Saturday, February 20, 2016

Η εκπλήρωση μιας παιδικής επιθυμίας

Η πρώτη μου κάμερα
Όπως φαίνεται λοιπόν, το μπλόγκ μου περνάει μια περίοδο αναγέννησης. Τα πόστ αυτού του χρόνου μέχρι στιγμής είναι περισσότερα από όλα τα περσινά μαζί. Αντιθέτως τα άλλα δύο μπλόγκ μου περνάν μια περίοδο ανεργίας – ιδίως το μπλόγκ μου με τις φωτογραφικές μηχανές. Έχω τρεις μηχανές που περιμένουν να βγάλουν φιλμάκια και να γράψω κάποιο review αλλά προς το παρόν δεν έχω την διάθεση.

Αυτή η αγάπη μου για τις φωτογραφικές μηχανές δεν είναι καινούργια. Το έχω γράψει και αλλού στο μπλόγκ μου – όλα ξεκίνησαν από το θρυλικό πλέον τρίτο τεύχος του περιοδικού “Φωτογράφος” το οποίο αφιέρωνε κάμποσες σελίδες στις φωτογραφικές μηχανές εκείνης της εποχής – δηλαδή αρχές 1990. Είχα κατενθουσιαστεί με εκείνες τις μηχανές , πολύ σύντομα ήθελα να αγοράσω και εγώ μία. Στο σπίτι κάπου γυροέφερνε μια παλιά Yashica Minimatic C – την είχε αγοράσει ο πατέρας μου στην Αυστραλία στα μέσα της δεκαετίας του 60 και εκείνο τον καιρό είχε περάσει στα χέρια του αδελφού μου. Οι γονείς μου, οι οποίοι πίστευαν ότι ήταν μια περαστική τρέλα και ότι αργά ή γρήγορα θα το ξέχναγα – προσπαθούσαν όσο μπορούσαν να αναβάλουν την αγορά της. Εγώ ξεφύλλιζα τα περιοδικά κάνοντας σχέδια για το ποια μηχανή θα αγοράσω. Βέβαια σκόνταφτα στο οικονομικό, θυμάμαι σαν χτες, να έχω κλειστεί στο δωμάτιο μου και να έχω βγάλει μια κόλλα χαρτί και το κομπιουτεράκι και έκανα υπολογισμούς για το πόσο καιρό χρειαζόμουν για να μαζέψω αρκετά λεφτά μόνο και μόνο με το χαρτζιλίκι μου. Όταν άρχισα πλέον να μετράω τον καιρό σε δεκαετίες, απογοητευμένος αποφάσισα να πάω στην μητέρα μου και να διατυπώσω τα μεγαλεπήβολα σχέδια μου και να ζητήσω ένα “δάνειο” προκειμένου να αγοράσω μια φωτογραφική μηχανή. Αυτή συμφώνησε ότι αν ακόμη ενδιαφερόμουν, θα την αγοράζαμε για χριστουγεννιάτικο δώρο. Καθώς λοιπόν ήταν ακόμη Φεβρουάριος, είχα καμιά δεκαριά μήνες μέχρι να βρω μια μηχανή που μου άρεσε και να μην κόστιζε περισσότερο από 35 με 40 χιλιάδες δραχμές – ποσό αρκετά σημαντικό για εκείνη την εποχή.

Έτσι λοιπόν, τον υπόλοιπο χρόνο μου τον πέρασα διαβάζοντας περιοδικά και κατεβένωντας τα πρωινά του Σαββάτου στο κέντρο της Αθήνας και κοιτώντας τις φωτογραφικές βιτρίνες. Εμμανουήλ Μπενάκη και Ακαδημίας ήταν τα upper-class φωτογραφεία, μηχανές πανάκριβες, απλά κοίταγα τις βιτρίνες και χάζευα. Στην γωνία της Πατησίων, δίπλα από το Μινιόν υπήρχαν επίσης κάνα δυο φωτογραφεία και υπήρχε και ένα – το όνομα του μου διαφεύγει τώρα – το οποίο ήταν δίπλα στο υπουργείο οικονομικών στο Σύνταγμα. Όμως από όλα αυτά, τελικά κατέληξα στην Στοά Φέξη η οποία είχε μέσα δύο λιλιπούτεια φωτογραφεία με μηχανές που ταίριαζε στον προϋπολογισμό μου: Zenit, Cosina, Chinon, μερικές AF Minolta και κυρίως Praktica. Εκείνα τα Χριστούγεννα λοιπόν, με 35.000 δραχμές στην τσέπη, εγώ και ο αδελφός μου πήγαμε να αγοράσουμε την πρώτη μου φωτογραφική μηχανή. Ήταν Χριστούγεννα του 1991. Προσπαθήσαμε να παζαρέψουμε μία Praktica MTL50 χωρίς επιτυχία και τελικά κατέληξα να πάρω μια Praktica BMS Electronic και μια δερμάτινη θήκη προς 32.000 δραχμές σύνολο. Καθόλου άσχημα. Ήταν μια φωτογραφική μαγεία – επιτέλους είχα μια μηχανή. Η μηχανή αυτή επέζησε για έξη μόλις χρόνια, μετά άρχισε να υποφέρει από ασυγχρόνιστο φωτοφράκτη – κλασσικό πρόβλημα για Praktica – και τελικά σε κάτι καλοκαιρινές διακοπές το 1997 έπεσε από το τρίποδο και έχασα το κουμπί του φωτοφράκτη. Την μηχανή αυτή την αντικατέστησα με την Canon EOS 5 την οποία ακόμη έχω και χρησιμοποιώ.

Παρόλα αυτά δεν παραιτήθηκα από το να διαβάζω για φωτογραφικές μηχανές. Όλη τη δεκαετία του 90 την πέρασα πάνω από περιοδικά και έξω από βιτρίνες καταστημάτων. Σε κάθε τεύχος του περιοδικού “Φωτογράφος” ξεκοκάλιζα τα άρθρα για μηχανές. Εκείνη την εποχή, αυτό μου φάνταζε σαν η καλύτερη δουλειά του κόσμου, να δοκιμάζω φωτογραφικές μηχανές και να γράφω άρθρα. Βέβαια αυτό ουδέποτε έγινε.

Μέχρι σχετικά πρόσφατα δηλαδή. Η άνοδος της ψηφιακής τεχνολογία σήμανε την πλήρη απαξίωση εκείνων των φωτογραφικών μηχανών. Τώρα τις βρίσκω στα παζάρια και στα Charity shops για πενταροδεκάρες. Τις αγοράζω, τις τεστάρω και γράφω κανένα review. Η εκπλήρωση μιας παιδικής επιθυμίας.

Saturday, February 06, 2016

Μια ιστορία από τα παλιά

O ποτάμος Sow κοντα στο Milford  -2009
Σήμερα, καθ οδών για το σχολείο της Δάφνης, πέρασα πάνω από την γέφυρα του ποταμού Sow που διασχίζει τα χωράφια στην περιοχή που ανοίγει το καινούργιο ALDI. Τα νερά έχουν αρχίσει να αποτραβιούνται και από εκεί που πριν δυο βδομάδες ήταν μια ατέλειωτη λίμνη, τώρα υπάρχουν κάνα-δυο παραπόταμοι που συναντιούνται πιο κάτω και ενώνονται με τον Sow. Ένα από αυτά τα ρυάκια, έτσι που πέρναγε δίπλα από τον δρόμο και κοντά από τις βελανιδιές που υπάρχουν σε εκείνα τα χωράφια, μου θύμισε μια ιστορία που μου εϊχα ακούσει και θέλησα να την καταγράψω εδώ..

Η ιστορία λοιπόν ξεκινάει κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70 και σε ένα μέρος το οποίο οι μεγαλύτεροι αγκομαχούσαν για να επιζήσουν στην καθημερινότητα τους αλλά οι πιτσιρικάδες, τους οποίους δεν τους πολυαπασχολεί το χτες ή το αύριο, ζούσαν σε ένα παραδεισένιο τοπίο περιτριγυρισμένο από ποτάμια, δάση και ατέλειωτα χωράφια τα οποία δεν άνηκαν σε κανέναν. Καθώς οι πιτσιρικάδες ήταν κοντά στην ηλικία των δέκα ετών και δεν ήξεραν κανένα άλλο τόπο εκτός από αυτό που είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει, βίωναν την περιοχή τους ως κάτι το δεδομένο και ουδέποτε αμφισβήτησαν ή αναρωτήθηκαν για τα προφανή. Και ένα από αυτά τα προφανή ήταν και το μικρό ποτάμι που διέσχιζε τα χωράφια και το οποίο αποτελούσε το κύριο χαρακτηριστικό του παιδότοπού τούς.

Οι μέρες πέρναγαν, τα χρόνια πέρναγαν και ξαφνικά, μέσα στις καλοκαιρινές διακοπές τους, ο ξάδελφος του ενός από τους τρεις φίλους της παρέας, ήρθε για μερικές ώρες επίσκεψη. Τότε οι συγκοινωνίες απλά δεν υπήρχαν και πολύ χειρότερα από τα λίγα λεωφορεία που πέρναγαν μέσα στην βδομάδα, κανένα δεν έκανε στάση στο χωριουδάκι της ιστορίας, μιας και αυτό ήταν στην μέση του πουθενά. Οι κάτοικοι του χωριού προσπαθούσαν είτε με τα ζώα τους είτε με τα τρακτέρ τους να σπάσουν την απομόνωση τους και να βρεθούν με τους συγγενείς τους. Τέλος πάντων, χωρίς αυτά να είναι απαραίτητα στοιχεία στην ιστορία μας, δίνουν μια εντύπωση ενός απομονωμένου μέρους κάπου στην μέση του πουθενά.

Ο ξάδελφος λοιπόν του ενός από τους φίλους, ρώτησε το προφανές: Από που πηγάζει αυτό το ποτάμι; Ατέλειωτη ησυχία. Όλοι ξέραν ότι κατέληγε στην διπλανή πόλη, αλλά ουδείς μέχρι τότε αναρωτήθηκε από που πηγάζει. Αυτό τους έβαλε σε βαθιές σκέψεις μιας και δεν μπορούσαν να εξηγήσουν κάτι το τόσο προφανές και δικό τους όπως το ποταμάκι της γειτονιάς τους. “Και πώς το λένε;” συνέχισε επιτείνοντας την σύγχυση. “Όλα τα ποτάμια έχουν ένα όνομα”. Κανείς δεν ήξερε, όλοι “ποταμάκι” το έλεγαν. Ρώτησαν και τους γονείς τους που αυτοί συνήθως γνωρίζουν τα πάντα, αλλά ο καθένας τους τους είπε και κάτι διαφορετικό, αν μη τι άλλο μπερδεύοντας τους ακόμη περισσότερο. Εκείνη την νύχτα πήγαν και οι τρεις τους για ύπνο με το κεφάλι γεμάτο απορίες.

Την επόμενη μέρα στάθηκαν και οι τρεις τους μπροστά στο ποτάμι. Κάτι είχε αλλάξει πλέον, είχαν απορίες και αυτό το έκανε διαφορετικό. Από που πήγαζε, πώς το έλεγαν; Και αφού λοιπόν κανείς δεν ήταν σε θέση να τις απαντήσει αυτές τις ερωτήσεις, αποφάσισαν το επόμενο πρωινό να ακολουθήσουν το ποτάμι προς τα ανατολικά προκειμένου να μάθουν – και όχι μόνο αυτό αλλά και δεν θα σταματούσαν αν δεν έβρισκαν τις πηγές του. Και έτσι έγινε, πρωί πρωί και με μια τσάντα νερό και ψωμί ο κανένας στους ώμους του ξεκίνησαν για να βρουν τι πηγές του.

Και όπως ήταν φυσικό, τίποτα δεν τους ήρθε εύκολα. Τις καλλιεργημένες εκτάσεις και τα ευκολόβατα μονοπάτια, τα διαδέχτηκαν ατέλειωτες εκτάσεις με ψηλό χορτάρι και αγκάθια. Πολλές φορές δε, έπρεπε να βουτήξουν και μέσα στο ποταμάκι προκειμένου να περάσουν απέναντι μιας και σειρές από έλη και δύσβατα χωράφια τους έφραζαν τον δρόμο. Και οι ώρες περνούσαν και τίποτα στον ορίζοντα δεν ερχόταν κοντύτερα αλλά οι ατέλειωτες εκτάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη χωρίς τελειωμό. Και ο έναν από τους τρεις άρχισε να ψελλίζει ότι είχαν απομακρυνθεί πολύ, ο ήλιος είχε φτάσει στο καταμεσήμερο και ότι δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν πίσω το βράδυ αν συνέχιζαν και άλλο. Αλλά οι άλλοι φίλοι του, του θύμιζαν τον όρκο που είχαν πάρει και αρνιόντουσαν να γυρίσουν πίσω χωρίς απαντήσεις.

Στο μικρό χωριουδάκι εν το μεταξύ, είχε σημάνει συναγερμός. Οι γονείς ανάστατοι είχαν καβαλήσει τα ζώα και τα τρακτέρ και έψαχναν να βρουν τα μικρά παιδιά που είχαν μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Αλλά όλα αυτά ουδέποτε πέρασαν από το μυαλό των νεαρών καθώς πλέον βρίσκονταν χιλιόμετρα μακρυά από το σπίτι. Αντίθετα, συνέχιζαν να περπατάνε μέσα στον ζεστό καλοκαιρινό ήλιο, τραβώντας όλο και πιο ανατολικά μέσα από χωράφια σπαρμένα με δημητριακά.

Και εφόσον πλέον προκοπή δεν είδαν, άρχισαν πλέον να σκέφτονται ότι είχε έρθει η ώρα να γυρίσουν. Μόνο ο ήρωας της ιστορίας μας είπε ότι θα συνέχιζαν μέχρι να πάνε στο δασάκι που φαινόταν στην άκρη του ορίζοντα μιας και ο δρόμος είχε καλυτερεύσει και μπορούσαν να περπατήσουν ποιο εύκολα. Αν μετά το δασάκι δεν έβλεπαν την πηγή του ποταμού, θα γυρίζαν πίσω.
Το ποταμάκι περνούσε ακριβώς δίπλα από ένα μικρό αλσύλλιο, δάσος δεν το έλεγες, ένα μάτσο δέντρα σκορπισμένα σε μια έκταση καμιά εκατοσταριάς μέτρων. Έτσι λοιπόν, αφού έφτασαν εκεί, με έκπληξη ανακάλυψαν ότι μέσα στο μικρό αυτό δάσος υπήρχε ένα παλιό και ξεχασμένο νεκροταφείο. Επειδή όμως αυτή η περιοχή όπου έμεναν, με τους αιώνες είχε περάσει σε διάφορα χέρια, ήταν αδύνατο να ξέρουν σε ποιους άνοιγε, πάντως τότε δεν μπορούσαν να διαβάσουν τι ήταν γραμμένο πάνω στις ταφικές πλάκες – καμιά δεκαριά από αυτές σε καλή κατάσταση και μερικές άλλες σπασμένες και σκορπισμένες δεξιά και αριστερά.

Οι φίλοι της ιστορίας τα έχασαν καθώς δεν περίμεναν να κάνουν μια τέτοια ανακάλυψη. Ίσως τελικά, όλες αυτές οι ιστορίες με τις οποίες τους τρόμαζαν οι μεγαλύτεροι, για φαντάσματα και αναμμένα κεριά που επέπλεαν στο ποτάμι να ήταν αλήθεια – να οι νεκροί που το στοίχειωναν. Καθώς λοιπόν η ανατριχίλα είχε αρχίσει να τους κυριεύει και επειδή δεν ήθελαν να τους πάρει το βράδυ σε αυτά τα μέρη φοβούμενοι τα φαντάσματα, άφησαν την ανακάλυψη τους ξωπίσω και όσο ποιο γρήγορα μπορούσαν βγήκαν δίπλα στο ποτάμι και συνέχισαν την πεζοπορία τους.

Και όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν υπάρχει καμία υπόσχεση ότι θα καταλήξεις να βρεις μια αλήθεια σε αυτό που ζητάς, πολύ περισσότερο, την αλήθεια που θες να ακουσεις, έτσι και οι φίλοι, αφού πέρασαν το δάσος, βρέθηκαν μπροστά σε ένα αδύνατο γρίφο. Το ποτάμι έφτανε σε μια μικρή όχθη την οποία τροφοδοτούσαν με νερό, δύο μικρά ποταμάκια. Και τώρα; ποιο ακολουθούμε; Πως θα βρούμε την πηγή του; Είναι το ποτάμι μας το αποτέλεσμα δύο άλλων ποταμιών; Οι φίλοι απογοητεύθηκαν αλλά ταυτόχρονα η ανακάλυψη αυτή τους ανακούφισε μιας και μπορούσαν πλέον να γυρίσουν σπίτι τους. Και για καλή τους τύχη, και επειδή τα κακά νέα μαθαίνονται γρήγορα, κάποιος τους αντιλήφθηκε καθώς διέσχιζε τον ίδιο δρόμο με το τρακτέρ και τους συνόδευσε σπίτι. Οι καβγάδες και οι τιμωρίες που ακολούθησαν δεν περιγράφονταν αλλά η όλη ιστορία έμεινε στο μυαλό του κυρίου που μου την διηγούταν. Το ποταμάκι παρέμεινε από τότε ένα μυστήριο άλυτο και από καιρό σε καιρό, θα έφερναν στο μυαλό τους και θα συζητούσαν το νεκροταφείο που είχαν ανακαλύψει - μια ανακάλυψη που σαράντα χρόνια αργότερα είχε μείνει στο μυαλό τους ως η μεγαλύτερη ανακάλυψη που έκαναν πότε στην ζωή τους. Και ίσως πράγματι να ήταν.