Friday, December 30, 2016

Απολογισμός 2016

Οι σημειώσεις από το πόστ
Άλλο ένα πόστ που έγραψα στην δουλεια και κάθησα και το αντέγραψα σπίτι.
-------------------------------------------------------------------------
To τελευταίο πόστ του χρόνου. Ενός αγχωμένου, με μπόλικες αλλαγές, καυγάδες και ανασφάλειες. Ενός χρόνου που μπήκε στραβά και συνέχισε στραβά μέχρι τέλους.
Ανάλωσα το πρώτο μισό του 2016 καυγαδίζοντας στην δουλειά. Το αφεντικό τρελάθηκε, αποφάσιζε ανισόρροπα, ήρθαν και οι επιθεωρητές και το έκλεισαν το μαγαζί. Τέλος Ιουνίου άλλαξα τελικά δουλειά μετά από 7 χρόνια. Στην καινούργια δουλειά, δεν ήταν και πολύ καλύτερα - εξίσου μπόλικη τρέλα και αρκετοί πελάτες αλλά τουλάχιστον προς το παρών λείπουν οι καυγάδες. Πρόσφατα ανακάλυψα και ένα νέο δρόμο για την δουλειά, μέσα από ένα μικρό αλσύλλιο - κατά τους καλοκαιρινούς μήνες θα είναι ωραία να κόβω δρόμο για την δουλειά.
Το μονοπάτι που λέγαμε...
Τέλη Ιουνίου ήρθε και το Brexit. Οι ανασφάλεια σχετικά με το μέλλον μας έκαναν να ετοιμάσουμε τα χαρτιά μας προκειμένου να αποκτήσουμε κάρτα διαμονής - τελικά αποκτήσαμε και ησυχάσαμε. Οι τιμές στα πάντα αυξήθηκαν, μπόλικες εταιρίες έκλεισαν, τα επιδόματα και τα βοηθήματα κόπηκαν. Βέβαια αυξήθηκαν οι άνεργοι - πολύ κόσμος το μετάνοιωσε, ιδιαίτερα με την κατακόρυφη αύξηση των κρουσμάτων ρατσιστικής βίας. Τα πλεονεκτήματα του Brexit είναι αόρατα αυτή την στιγμή, η λίρα καταποντίστηκε - για να στείλω 75 ευρώ στην Ελλάδα πλήρωσα 10 λίρες παραπάνω απ'οτι πριν την έξοδο.

Είδαμε και 2 σπίτια προκειμένου να αγοράσουμε. Στο ένα δώσαμε πολύ χαμηλή προσφορά και δεν την δεχθήκανε, το άλλο πωλήθηκε πριν κάνουμε καν προσφορά. Τελικά το αναβάλαμε για το 2017, ίσως πάρουμε μια οικονομική ανάσα πρώτα και μετά βλέπουμε. Έχουμε και καινούργιους γείτονες τώρα - πάει ο μπάφος σύννεφο, πολύ πιθανόν να καλλιεργούσαν κιόλας.

Ο καιρός τα δικά του. Το πρώτο μισό του 2016 μας έπνιξε στις βροχές, αργότερα βελτιώθηκε. Το καλοκαίρι ήταν ήπιο, μερικές βδομάδες λιακάδας τις οποίες διαδέχτηκαν συννεφιές και μετά πάλι λιακάδα. Το φθινόπωρο ήταν καλό για φθινόπωρο, χωρίς πολλές βροχές και ο χειμώνας ήπιος. Τις τελευταίες εβδομάδες η θερμοκρασία ανεβοκατέβαινε μεταξύ 10 και -6 βαθμών. Τώρα που τα γράφω αυτό το ποστ στην δουλειά, έξω έχει -5 και λιακάδα.
 
Από τους +10 στους -6
Στα θετικά αυτού του χρόνου ήταν οι διακοπές μας - δυο φορές στην Πολωνία και καλοκαίρι στην Ελλάδα δίπλα στην θάλασσα. Μπόλικες φωτογραφίες και εμπειρίες να θυμόμαστε από έναν κατά τα άλλα δύστροπο χρόνο που φεύγει. Όπως πάντα, ελπίζουμε για ένα καλήτερο χρόνο που έρχεται.

Κλείνω με δύο φωτογραφίες από τα βλαστάρια μας που όλο και μεγαλώνουν.



Sunday, November 13, 2016

Ένα βράδυ χωρίς ηλεκτρικό

Καλά, ένα ολόκληρο πρωί δηλαδή. Την Τρίτη που μας πέρασε, η μισή πόλη βυθίστηκε στο σκοτάδι - τα φώτα στα supermarket έσβησαν, όπως και ο δημοτικός φωτισμός. Είχε μια βαριά συννεφιά και άν και ήταν 9.30 το πρωί, χρειαζόμασταν ακόμη τα φώτα για να βλέπουμε.
Στην δουλειά, όλοι οι διάδρομοι παράμειναν σκοτεινοί, τα δωμάτια με λιγοστό φως που έρχονταν από τον δρόμο - οι ιστορίες για φαντάσματα έδιναν και έπαιρναν (υπάρχει κόσμος που έχει φαντάσματα στο κτίριο μας* ) και αν και τα καλοριφέρ παρέμεναν σβηστά, υπήρχε μια ζεστή ατμόσφαιρα στα γραφεία.

Εκείνο το πρωί, μου ήρθαν στο μυαλό αναμνήσεις από την μεγάλη διακοπή ρεύματος ένα καλοκαίρι περίπου στα μέσα της δεκαετίας του 80, όπου η μισή Ελλάδα είχε μείνει χωρίς ρεύμα για ένα βράδυ. Θυμάμαι τα κεριά που είχαν ανάψει στις γειτονιές καθώς ο κόσμος καθόταν στις αυλές και έτρωγε και εγώ με τους φίλους μας περπατάγαμε και τρέχαμε στα σκοτάδια. Θυμάμαι χαρακτηριστικά να κάθομαι στην διασταύρωση Ανθίμου Γαζή και Χαραυγής και να κοιτάω προς το παλιό δημοτικό σχολείο - το ατέλειωτο σκοτάδι.

Βέβαια δεν ήταν η τελευταία φορά που θυμάμαι να παίζω στο σκοτάδι, στο χωρίο μέχρι και τα μέσα της δεκαετίας του 90, ο δημοτικός φωτισμός έκλεινε μετά τις 10 το βράδυ και πλέον παίζαμε στα σκοτάδια. Στο παλιό σχολείο, στην πλατεία - τα πάντα ήταν μια περιπέτεια - ιδίως η επιστροφή στο σπίτι και το σχεδόν αδύνατο επιχείρημα να αποφύγουμε τα κατσάβραχα, τα αγκάθια και τις λακκούβες καθ οδών για το σπίτι.
Καλές όλες αυτές οι αναμνήσεις που μου ήρθαν στο μυαλό την Τρίτη που μας πέρασε, αλλά υπήρχε ένα πρόβλημα. Η θερμοκρασία έξω ήταν 5 βαθμοί κελσίου, γρήγορα το κτίριο πάγωσε και αυτό, ο κόσμος χωρίς ζεστό καφέ και τσάι άρχισε να κουκουλώνεται με τα μπουφάν του. Τελικά, περίπου στις 2 το μεσημέρι αποφάσισαν να κλείσουν το κτίριο και να επιστρέψουμε σπίτι.
Η διακοπή ρεύματος συνεχίστηκε μέχρι τις 5 το απόγευμα μέχρι που ο πολιτισμός επέστρεψε πάλι σε αυτή την μεριά των Midlands....


* Την ιστορία για τα φαντάσματα στο κτίριο μας μου την διηγήθηκαν δύο ξεχωριστά άτομα. Ένα πρωί που ήρθαν να ανοίξουν το κτίριο, είδαν την φιγούρα ενός άνδρα να περνάει πίσω από την γυάλινη πόρτα του δευτέρου ορόφου. Κανείς δεν τρόμαξε μιας και οι δυο του πίστεψαν ότι ήταν ένας από το προσωπικό που μερικές φορές έρχεται νωρίς. Φυσικά όσο και αν έτρεξαν να τον ρωτήσουν γιατί ήρθε τόσο νωρίς, δεν βρήκαν κανέναν στο κτήριο....

Monday, October 31, 2016

Halloween


Ήρθε και το Halloween - φέτος πρώτη φορά που δεν χρειάστηκε να κάνω καμιά προετοιμασία. Όλα αυτά τα χρόνια, δουλεύοντας στο νοσοκομείο όλο και κάτι είχα να ετοιμάσω.Φέτος το μόνο που έκανα ήταν να φτιάξουμε τις κολοκύθες με τις πιτσιρίκες. Η μέρα ξεκίνησε με κάτι από ταινία του Tim Burton - βαθιά συννεφιά και ομίχλη, ένοιωθα το κρύο στα μούτρα μου. Αργότερα έβαλε λιακάδα αλλά το βράδυ το σκηνικό μυστηρίου επέστρεψε.

Η ομίχλη έπεσε πάλι και κάλυψε την άδεια πόλη. Σήμερα σχόλασα στις 8 το βράδυ - περπάτησα στον δρόμο έξω από την δουλειά. Ένα ασθενοφόρο και δύο τραυματιοφορείς προσπαθούσαν να μαζέψουν κάποιον από τον δρόμο. Περπατούσα μέσα από την ομίχλη μέχρι να πάω να πάρω το αμάξι, είχα παρκάρει 10 λεπτά μακρυά με τα πόδια. Μάσκες και φαντάσματα κρεμασμένα σε όλα τα παράθυρα - με την ομίχλη να πέφτει και περπατώντας στους έρημους δρόμου είχα την εντύπωση οτι όλοι αυτοί οι δαίμονες με παρακολουθούσαν. Έφτασα στο αμάξι.
Φτάνοντας στο αμάξι
Μπήκα και επέστρεψα σπίτι οδηγώντας μέσα από την ομίχλη. Περίεργο, φέτος το ευχαριστήθηκα το Halloween τους...  

Bonus Picture: 
Οι δεσποινίδες επί τω έργω...

 

Sunday, September 04, 2016

Διακοπές τέλος για φέτος

Φασισμός incognito
Hρθε το φθινόπωρο εδώ πάνω, βροχές και συννεφιές από την στιγμή που πατήσαμε το πόδι μας από τις διακοπές. Όπως πάντα, κατά την διάρκεια των διακοπών ήθελα να γράψω ένα σωρό πράγματα για την Ελληνική πραγματικότητα αλλά όπως (επίσης) πάντα τα περισσότερα τα ξέχασα. Αυτά τα λίγα που θυμάμαι τα παραθέτω σε μορφή bullets.



* Ελληνικές θάλασσες
Κάβος
Πήγαμε στο Αυλάκι κανα δυο φορές για το μπανάκι μας - την πρώτη φορά που πήγαμε, είδαμε και μιά ηλικιωμένη να πνίγεται. Τα υπόλοιπα μπανάκια μας τα κάναμε στην Άγιο Γεώργιο στην Εύβοια. Υπέροχη παραλία, να μην υπήρχαν και αυτές οι σαλούφες την τελευταία μέρα - ακόμη καλύτερα. Προσωπικά πιστεύω σέρβιραν και τον καλύτερο καφέ.

* Σπίτι by the sea
Δίπλα στην θάλασσα, ο ύπνος με έπερνε τα βράδυα μέσα σε δύο λεπτά ακούγοντας την θάλασσα. Την παρασκευή το βράδυ, οι διπλανές ταβέρνες έπαιζαν ρεμπέτικα όλη νύχτα. Ο πυ΄ρετός με κράτησε ξύπνιο εκείνη την νύχτα - όταν τελικά με πήρε ο ύπνος - είδα στον ύπνο μου οτι περπατούσα στην Πλάκα και τραγουδούσα Cream.

*Αθάνατη Ελληνική Επαρχία

Δεν καταφέραμε να δούμε κανένα πανηγύρι αλλά μας αποζημίωσαν οι αφίσες που είχαν μείνει στα δέντρα/κολώνες της ΔΕΗ. Καραφλοχαιτάδες και κλαρινογαμπροί, μοντέλες με κοντές δερμάτινες φουστίτσες κρατώντας κλαρίνα. Χειρότερα δεν γίνεται....

*Ιδιωτικότητα;

Έχω κάνει ειδικό πόστ για αυτό αλλά πάντα είχα την απορία, πώς περνάει ο κόσμος τις μέρες του, τον χειμώνα στα μικρά χωριά. Από μικρός προσπαθούσα να καταλάβω πως περνάνε τα παιδιά στο χωριό του πατέρα μου τον χειμώνα - αυτή η απορία μου έχει μείνει. Το ξαναθυμήθηκα όταν είδα τους πρεσβυτέρους να συζητούν στην αυλή του διπλανού σπιτιού.

*Γρίπη

Όπως πάντα, δεν θα ήταν καλοκαιρινές διακοπές για εμάς αν κάποιος δεν αρρώσταινε. Έτσι λοιπόν, και εγώ και η Ολίβια περάσαμε μια γρίπη για το καλό του χρόνου. Φυσικά επιστρατεύθηκαν τα αντιβιοτικά από το συρτάρι χωρίς συνταγή γιατρού.

* Φωτογραφία

Φέτος είναι η 5η χρονιά που έρχομαι στην Ελλάδα χωρίς καμιά διάθεση να βγάλω φωτογραφίες. Δεν έφερα καμιά μηχανή μαζί μου, αν και έβγαλα κανα-δυο φωτός με την ψηφιακή.

*ΕΝΦΙΑ
Μας ήρθε και ο ΈΝΦΙΑ την τελευταία μέρα που ήμασταν Ελλάδα και έδεσε το γλυκό. Τετρακόσια ευρώ για δύο σπίτια που δεν χρησιμοποιώ. Πάλι καλά που η Αγγλική εφορία μας έκανε και μια ανάλογη επιστροφή φόρου και κάπως ισιώσαμε.

Sunday, August 14, 2016

Φωτογραφίζοντας στις διακοπές

Στην παλιά πόλη του Poznan
Αναδουλειές πάλι στην μπλογκογραφία. Έτσι είναι το μπλόγκινγ, άμα δεν είναι η κύρια απασχόληση σου, πέφτει στην λίστα των προτεραιοτήτων σου. Τώρα που έφυγα από την δουλειά στο νοσοκομείο έχω λιγότερο χρόνο για να γράφω, παλιότερα έπαιρνα το λάπτοπ μαζί μου και έγραφα τίποτα κατά το διάλειμμα μου, όταν καθόμουν στο αμάξι.

Στους δύο μήνες που πέρασαν από το προηγούμενο πόστ μου, το ποιο σημαντικό που μας συνέβη είναι το δεύτερο ταξίδι μας στην Πολωνία μέσα σε 2 μήνες. Πολύ καλύτερος καιρός, όλα τα πιτσιρίκια σε διακοπές, περισσότερος κόσμος τριγύρω. Πήγαμε και επίσκεψη σε κάτι συγγενείς στην διπλανή πόλη – φάγαμε και μια καλοκαιρινή βροχή που πλημμύρισε τους δρόμους και τα σπίτια και γυρίσαμε.

Εκείνο την βραδιά ήμουν λίγο ανήσυχος στον ύπνο μου, ξύπνησα κανα δυό φορές το βράδυ, ξανακοιμηθηκα, ξαναξύπνησα στις 5.15 το πρωί. Σηκώθηκα, έφαγα το πρωινό μου και ντύθηκα, πήρα την μηχανή μου και 5.45 περίμενα στην στάση του λεωφορείου με προορισμό την πόλη του Πόζναν.
Πρωινός περίπατος στη πόλη
Ελάχιστος κόσμος τριγύρω, μερικοί είχαν μόλις ξυπνήσει και πηγαίναν να πάρουν το λεωφορείο, άλλοι πάλι με ποδήλατα πήγαιναν να ανοίξουν τις δουλειές τους. Το λεωφορείο μισό άδειο, φτάσαμε στην στάση του τράμ σε 5 λεπτά. Και από εκεί 15 λεπτά μέχρι να φτάσουμε στο κέντρο της πόλης, συνήθως θέλω παραπάνω από 40 λεπτά.
Οι καταστηματάρχες μόλις άνοιξαν τα ρολά
 Είναι πολύ διαφορετικές οι πόλεις τέτοια ώρα της ημέρας. Ήσυχες, με ελάχιστο κόσμο να τριγυρνά, οι γαλατάδες να παραδίδουν την πραμάτεια τους, οι καθαριστές να προσπαθούν να την σουλουπώσουν λίγο. Κόσμος να περνάει με τα ποδήλατα του, τα ρολά από τα καταστήματα να ανοίγουν – η πόλη σου δίνει την εντύπωση ότι είναι αγουροξυπνημένη και στραβοπατάει μέχρι να βρει τον ρυθμό της. 
Οδοκαθαριστής με το ποδήλατο της δουλειάς του
 Εκείνο το πρωί περπάτησα μέχρι τις 12.30 το μεσημέρι, βέβαια η πόλη είχε βρει τον πολυσύχναστο ρυθμό της από τις 9 το πρωί και μετά. Περπάτησα και μέχρι τον σταθμό του τρένου, πήγα εκεί προκειμένου να τον ξαναφωτογραφήσω, έχω μια φωτογραφία από τον Αύγουστο του 2008 εκεί. Βέβαια ο σταθμός έχει αλλάξει τόσο πολύ, όλη εκείνη η ατμόσφαιρα βγαλμένη από τα χρόνια της PRL, δεν υπήρχε ποια.
Στον σταθμό του τρένου το 2008
Είμαι και λίγο δυσαρεστημένος όμως από την φωτογραφία. Όλη αυτή η αποτυχία να αποτυπώσει αυτή την ησυχία, τον ψίθυρο των περαστικών, την πρωινή δροσιά, λίγο που η πόλη μύριζε βρεγμένο χώμα από την προηγούμενη μέρα, όλα αυτά που δεν φαίνονται στην φωτογραφία αλλά είναι μέρος της όλης εμπειρίας, λίγο με κάνουν να θέλω να αρχίσω να βγάζω και βίντεο μαζί με τις φωτογραφίες. Βέβαια πάντα θα υπάρχει μια διάσταση η οποία δεν θα αποτυπώνεται, πάντα θα υπάρχει ένα στοιχείο που θα ανήκει στην διάσταση της εμπειρίας.
Πρωινή προσευχή πριν πάνε στην δουλειά
Είχε όμως τόσο ενδιαφέρων να βρίσκομαι εκεί εκείνη την πρώτη ώρα της μέρας, όπου η πρωινή δροσιά και οι αγουροξυπνημένες φάτσες των περαστικών μου χάρισαν μερικές από τις αγαπημένες φωτογραφίες αυτού του χρόνου. Σκέφτομαι να κάνω κάτι ανάλογο και του χρόνου, ίσως κατεβαίνοντας στην πόλη ακόμη νωρίτερα.

Tuesday, June 21, 2016

Θερινό ηλιοστάσιο

Πριν καμιά 15αριά χρόνια...
Toν χειμώνα του 1996 τον πέρασα πολύ χαλαρά. Είχα δώσει πανελλήνιες και είχα κρατήσει φυσική και έκθεση, δίνοντας μου έτσι μπόλικο χρόνο σπίτι να μελετήσω μαθηματικά και χημεία για τις επόμενες πανελλήνιες. Εκείνη την χρονιά, πήγαινα για μερικές ώρες φροντιστήριο την Δευτέρα και την Τρίτη και κάθε δεύτερη Πέμπτη για δύο ώρες χημεία. Έτσι λοιπόν περνούσα τον περισσότερο χρόνο στο σπίτι, τριγυρνώντας από δωμάτιο σε δωμάτιο με τις πυτζάμες, τρώγοντας και διαβάζοντας. Εκείνη την χρονιά έφτασα τα 105 κιλά, κιλά που την επόμενη χρονιά έχασα λόγω μιας αμυγδαλίτιδας που με ταλαιπώρησε για δύο μήνες.
Έτσι λοιπόν, ζήτησα από τον πατέρα μου (και μου αγόρασε) ένα κομμάτι γυαλί το οποίο το έβαλα πάνω από το γραφείο μου. Εκεί έγραφα με ένα μαρκαδοράκι και έλυνα τις ασκήσεις μαθηματικών ή χημείας. Μαζί μου είχα και ένα κασετόφωνο με μια άδεια κασέτα μέσα, όποτε άκουγα κανένα τραγούδι που μου άρεσε, πάταγα το Rec και το ηχογραφούσα. Είχα γράψει μερικές κασέτες έτσι, πολλές φορές μαζί με τα τραγούδια, ηχογραφούσα και την μάνα μου ή τον πατέρα μου να φωνάζουν από την κουζίνα ή την σκούπα να σκουπίζει τα χαλιά.
Εκείνο τον χειμώνα τον ευχαριστήθηκα. Μου άρεσε ο βροχερός καιρός και το γεγονός ότι την πέρναγα στο δωμάτιο μου με πολύ λίγα πράγματα να με απασχολούν. Χάζευα με τις ώρες από το παράθυρο την βροχή να πέφτει. Ένα – δυο ταξιδάκια και στο χωριό εκείνο τον χειμώνα με έκαναν να αγαπήσω την βροχή και το κρύο. Θυμάμαι το ταξίδι με το λεωφορείο – ανεβαίναμε τις στροφές της Κανέτας και σιγά σιγά το λεωφορείο χανόταν μέσα στα σύννεφα που είχαν καθίσει χαμηλά και είχαν αρχίσει να βρέχουν.
Με σιγουριά μπορώ να πω ότι εκείνη την περίοδο προτιμούσα την βροχή από την λιακάδα.

Όχι πια.

Σήμερα, πρώτη μέρα του θερινού ηλιοστάσιου και ο καιρός παραμένει βροχερός – όπως και όλο τον προηγούμενο χρόνο. Έχουμε αγανακτήσει κλεισμένοι στο σπίτι 8 μήνες τώρα, με τα πιτσιρίκια να σκαρφίζονται κάθε είδους σκανδαλιά και εμάς να χάνουμε την ψυχραιμία μας με το παραμικρό. Αντε να δούμε πότε θα έρθει το καλοκαίρι φέτος...

ΥΓ: Καθ' οδών για την δουλειά σήμερα, είδα μπροστά μου ένα κάμπριο αυτοκίνητο – φυσικά με την οροφή κλειστή. Πώς στον διάολο έχουν καταφέρει και έχουν πείσει κόσμο εδώ πάνω να αγοράσουν κάμπριο αυτοκίνητα.....(?)...

Saturday, June 11, 2016

Τα νέα μας

Διακοπές part 1 of 3
Εδώ και κάμποσο καιρό χωρίς πόστ. Ήταν πολυάσχολοι 2 μήνες τώρα, βάψαμε τον διάδρομο και αλλάξαμε την κρεβατοκάμαρα μας – δηλ. πετάξαμε όλη την παλιατζούρα, βάψαμε, αλλάξαμε μοκέτα, πήραμε καινούργια έπιπλα κτλ κτλ... Τώρα αλλάζουμε και το ένα μπάνιο μας, ποιος άνθρωπος στα συγκαλά του θα διάλεγε ρόζ είδη υγιεινής... και όμως οι προηγούμενοι ιδιοκτήτες το έκαναν και εμείς αγοράσαμε ένα σπίτι με ένα ροζ μπάνιο....
Όλα αυτά μας καταναλώνουν αρκετό από τον λιγοστό ελεύθερο χρόνο μας– τώρα που άρχισε λίγο ο καιρός να καλυτερεύει βγαίνουμε και καμιά βολτούλα ή τρώμε έξω. Μόλις τελειώσουμε με το μπάνιο, θα αλλάξουμε μερικά πάνελ από τον φράκτη μας και θα πετάξουμε τα έπιπλα του κήπου, μας έχουν γεμίσει ακίδες....

Ξάπλα και αυτός...
Πήγαμε για μια βδομάδα Πολωνία. Είχαμε την τύχη να βρούμε εισιτήρια πολύ φτηνά και τα αγοράσαμε εις διπλούν – δηλαδή θα ξαναπάμε σε 6 βδομάδες. Ήταν κάτι προσφορές και επωφεληθήκαμε. Όπως ήταν αναμενόμενο, περάσαμε ωραία, τα πιτσιρίκια ξεκωλώθηκαν στο τρέξιμο και στα παιχνίδια με τα ξαδέλφια τους αν και ο καιρός μας τα χάλασε για μια-δυο μέρες.
Όταν έφτιαξε πάλι στο τέλος της βδομάδας, πήγαμε μια βόλτα στην παλιά πόλη και εγώ κατέβηκα για τις καθιερωμένες φωτογραφίες ξανά την επόμενη μέρα. Στην πόλη βρήκα και ένα φωτογραφείο το οποίο πουλούσε φίλμ πολύ φτηνά, αγόρασα μερικά και θα αγοράσω και άλλα όταν ξαναπάμε.

Το άλλο σημαντικό νέο είναι ότι μετά από εφτά χρόνια δουλειάς στο ίδιο νοσοκομείο, αποφάσισα να φύγω. Οι συνθήκες εργασίας άλλαξαν πολύ, η επιτροπή που ελέγχει την ποιότητα των υπηρεσιών τους έκανε φύλο και φτερό, γενικά δεν είναι και το καλύτερο μέρος για να δουλέψει κανείς οπότε επέβαλα την παραίτηση μου και από 1η Ιουλίου ξεκινάω φουλ-τάιμ στην EWISS σαν ψυχοθεραπευτής. Καλύτερος μισθός, προοπτικές καριέρας, η εταιρία θα πληρώσει για τις ειδίκευσή μου κτλ κτλ... Λυπάμαι που αφήνω μερικούς ανθρώπους με τους οποίους δούλευα χρόνια αλλά νομίζω ότι 7 χρόνια στην ίδια δουλειά με μηδενικές προοπτικές ανάπτυξης είναι πάρα πολλά.

Έτσι λοιπόν περιμένω να περάσουν οι μέρες. Έχω και 2 μέρες υπόλοιπο άδειας στο τέλος του μήνα και μία από αυτές λέω να την περάσω στο Liverpool βγάζοντας φωτογραφίες.

Saturday, April 02, 2016

Πάσχα 2016

Το νικητήριο αυγό μας
Πάει και το Πάσχα του 2016. Όχι ότι καταλαβαίνουμε Πάσχα εδώ πάνω, είναι μια μέρα όπως όλες. Η μόνη πασχαλινή διασκέδαση είναι να ανατρέξω στο μπλόγκ μου και να δω τα πασχαλινά πόστς των προηγουμένων χρόνων. Ιδίως αν ο καιρός μας κάνει τα παιχνίδια που μας έκανε φέτος – η καταιγίδα Kelly, μας έφερε ισχυρές βροχές και ακόμη χιόνι (δες φωτο). Τα παιδιά κλεισμένα στο σπίτι μας τρέλαναν με τις σκανδαλιές τους. Βάψαμε και αυγά – μεγάλο σουξέ, ειδικά με την Δάφνη η οποία βρήκε το “Χριστός Ανέστη” σαν φοβερό παιχνίδι. Τελικά αναδείξαμε και το νικητήριο αυγό.

Στα αρνητικά της εβδομάδας, χάλασε το σκάνερ μου. Το είχα αγοράσει πριν 3 χρόνια σε ένα car-boot sale και ήταν κελεπούρι από άποψη τιμής, £5. Έτσι λοιπόν κατευθύνθηκα στο EvilBay και αγόρασα άλλο – έρχεται από την Ισπανία. Κόλαση το να προσπαθείς να επικοινωνήσεις με κάποιον εκτός Αγγλίας που δεν μιλάει αγγλικά – τα μηνύματα του ήταν κατευθείαν μεταφρασμένα από το google και τις περισσότερες φόρες δεν έβγαζαν νόημα. Περιμένω να το λάβω, για να δούμε...

Έκατσα και 3 μέρες αυτή την βδομάδα. Έτσι πλέον περνάμε τις άδειες μας εδώ πάνω, κοιτώντας τα παιδιά. Πήγαμε και για καφέδες και βόλτες στην πόλη αλλά σε γενικές γραμμές προσωπικός χρόνος μηδέν. Σήμερα πρώτη μέρα στην δουλειά, έσερνα τα πόδια μου όλη μέρα. Έχουμε πιαστεί με βλακείες, μετακομίζουμε από το ένα γραφείο στο άλλο, το προσωπικό γκρινιάζει, οι ασθενείς
γκρινιάζουν, η διεύθυνση κωφεύει – ένα μπάχαλο. Άντε να δούμε πότε θα περάσει και αυτή η μπόρα και θα μπορέσουμε να κάνουμε σωστά την δουλειά μας πάλι.

Και κάπως έτσι πέρασαν οι τελευταίες μέρες μας. Από Δευτέρα πάλι στις δουλειές μας, ανυπομονώντας για τις διακοπές του Μαΐου στην Πολωνία.

Ο άχρηστος καιρός μας

Thursday, March 17, 2016

Καζάν ντιμπί

Κάηκε λίγο η κρέμα
Έκατσα το Σαββατοκύριακο που μας πέρασε και έφτιαξα ένα καζάν ντιμπί. Πώς μου ήρθε αυτό; Την προηγούμενη Τετάρτη στην δουλειά, μια κοπέλα από την Περσία έφερε ένα μικρό ταψάκι με καζαν ντιμπί. Εντυπωσιάστηκα, είχε φέρει και στο παρελθόν Περσικό μπακλαβά οπότε σκέφτηκα να φτιάξω και εγώ ένα το Σάββατο. Δύσκολο δεν είναι να το φτιάξω – σκέφτηκα. Βέβαια στην πράξη ήταν λίγο ποιο δύσκολο μιας και τελικά κατέληξα να κάψω την κρέμα αλλά από άποψη γεύσεως – για πρώτη απόπειρα – ήταν πολύ καλό.

Φυσικά δεν συγκρίνεται με το καζαν ντιμπί που έτρωγα στην Κωνσταντινούπολη. Υπήρχε ένα μικρό ζαχαροπλαστείο, στα δεξιά της λεωφόρου Kosuyolu όπως ερχόσουν από το Kadikoy, το οποίο το επισκεπτόμουν συχνά πυκνά τα πρωινά και επένδυα τα λεφτά μου. Ήταν ένα μικρό ζαχαροπλαστείο, δεν σου κινούσε την περιέργεια αλλά όλα του τα γλυκά ήταν εξαιρετικά. Παίρναμε το γλυκό στα χέρια και κάπου δίπλα υπήρχε ένα μονοπάτι που πήγαινε σε ένα πάρκο που ήταν εκεί δίπλα. Μέσα στο πάρκο υπήρχε ένα παλιό εγκαταλελειμμένο γηροκομείο και μερικά πεσμένα δένδρα που η νεολαία τα χρησιμοποιούσε για παγκάκια. Το τι καζαν ντιμπί και ταβούκ γκοκτσου έφαγα εκεί, δεν περιγράφεται.

Δώδεκα χρόνια αργότερα έφτιαξα και ένα για να το απομυθοποιήσω. Θα φτιάξω και δεύτερο τώρα που ξέρω τι να προσέξω – ελπίζω σε καλύτερη επιτυχία.

Tuesday, March 08, 2016

In the Court of the Crimson King

To εξώφυλλο του "In the court of the Crimson King
Πριν κάνα δυο βδομάδες, είδα στο facebook ένα πόστ του Πετρίδη σχετικά με το πρώτο άλμπουμ των King Crimson, το θρυλικό πλέον 'In the Court of the Crimson King'. 'Ήταν ένα μικρό διθυραμβικό σχόλιο για τον δίσκο – πάτησα το γνωστό 'Like' γιατί συμφωνούσα μαζί του. Μετά από λίγο, έψαξα online και βρήκα όλο τον δίσκο τους, έβαλα τα ακουστικά, το έβαλα να παίζει και ξάπλωσα να κοιμηθώ.

Έχω να ακούσω αυτόν τον δίσκο, σχεδόν είκοσι χρόνια τώρα, από τα μέσα της δεκαετίας του 90. Ήταν από τους αγαπημένους μου δίσκους αν και το συγκρότημα δεν ήταν στην κορυφή των μουσικών μου προτιμήσεων. Το 21st century schizoid manκαι το θρυλικό “Epitaphμου θύμισαν που καθόμουν στο δωμάτιο μου με σβηστά τα φώτα και άκουγα μουσική όλα τα χειμωνιάτικα απογεύματα της δεκαετίας του 90 – το δε “In the court of the Crimson Kingμε πήγε ακόμη πιο πίσω, αρχές δεκαετίας 90 όταν είχα ένα μαύρο κασετόφωνο το οποίο έπαιζε Rock FM και πολύ συχνά άκουγα στο ράδιο αυτό το τραγούδι.

Έτσι άρχισα σιγά σιγά να ψάχνω να βρω δίσκους που άκουγα εκείνη την εποχή, κλεισμένος στο δωμάτιο μου. Βρήκα το “Minstrel in the Galleryτων Jethro Tull, άλλος αγαπημένος μου δίσκος. Ακολούθησαν οι Deep Purple με τα Book Of Taliesynκαι το τρίτο άλμπουμ τους ονόματι Deep Purple”. Τραγούδια όπως το “Anthem”, “Kentucky womanκαι τοApril- έχω δεκαετίες να τα ακούσω, το April το είχα γράψει σε μια κασέτα και το είχα πάρει μαζί μου στην πρώτη γυμνασίου στο μάθημα της μουσικής όταν ο μουσικός μας μας είχε πει να φέρουμε κλασσική μουσική για να ακούσουμε. Ακόμη θυμάμαι την ησυχία στην τάξη όταν έπαιζε το April – δεν είμαι σίγουρος αν ήταν ησυχία από θαυμασμό ή αηδία. Για μένα όμως, το τραγούδι αυτό παρέμεινε για πολλά χρόνια το αγαπημένο μου.

Βρήκα άλλους δίσκους όπως το “The Roots of Deep Purpleπου περιείχε τραγούδια από συγκροτήματα με μέλη των Deep Purple - από εκεί μέσα ξεχωρίζω το “The Stallionκαι το Annabella”. Ή τον δίσκο με τα καλύτερα των Simon and Garfunkel. Και οι δύο αυτοί δίσκοι έχουν κάτι από Χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα για εμένα, τα είχε φέρει ο αδελφός μου από την Αγγλία κατά την διάρκεια των Χριστουγεννιάτικων διακοπών κάπου στα μέσα του 90.

Προσπαθώ να θυμηθώ ποιούς άλλους δίσκους άκουγα σαν πιτσιρικάς, έχω βάλει σκοπό να ακούω έναν δίσκο κάθε βράδυ πριν πάω για ύπνο. Βέβαια δυσκολεύομαι να τους βρω στο Youtube, αλλά θα προσπαθήσω όσο μπορώ, μιας και καιρό έχω να κάνω ένα project τόσο ευχάριστο όσο αυτό. Σκέφτομαι μάλιστα, όταν τελειώσω να μην τους ξανακούσω αυτούς τους δίσκους για άλλα 20 χρόνια.

Thursday, March 03, 2016

Οι γκρίζες μέρες του Μαρτίου.

Χιόνι.... χτές....
Και εκεί που νόμιζα ότι η άνοιξη είχε αρχίσει να έρχεται, χτες στα καλά του καθουμένου μας έριξε χιόνι. Οι περισσότεροι στο γραφείο το πανηγύριζαν, οι πελάτες άρχισαν να ακυρώνουν και σε γενικές γραμμές, με τους καφέδες στο χέρι την αράξαμε και συζητάγαμε. Εγώ όμως απελπίστηκα. Πότε θα τελειώσει αυτός ο χειμώνας πια; Τέλος πάντων, το χιόνι το διαδέχτηκε βροχή και χαλάζι. Κανένας πελάτης δεν φάνηκε στην εταιρία. Τις συζητήσεις περί ποδοσφαίρου τις διαδέχτηκε η συζήτηση για μια μεγάλη πυρκαγιά που ξέσπασε στο Stafford και από εκεί ξεκινήσαμε να μιλάμε για .... ουίσκι και συνταγές μαγειρικής. Όχι ότι είχα διάθεση για να συμμετάσχω στην συζήτηση αλλά κάπως έτσι θυμήθηκα ότι είναι Τσικνοπέμπτη οπότε αποφάσισα να το αναφέρω. Όλοι συμφώνησαν ότι μια Τσικνοπέμπτη τον χρόνο είναι πολύ καλή ιδέα αν και συμπλήρωσαν ότι έχουν και αυτοί την “Pancake day” - άν μπορεί κανείς να τις συγκρίνει. 

Για μια στιγμή σκέφτηκα ότι θα ήταν καλή ιδέα να ψήσουμε κάτι μόλις επιστρέψω σπίτι. Μετά είδα το χιόνι να πέφτει έξω από το παράθυρο και αναθεώρησα. Κρίμα με τους ξενέρωτους εδώ πάνω, θα ήθελα μια Τσικνοπέμπτη, μου έχουν λήψει οι Τσικνοπέμπτες στο “Κομπολογάκι” ή σε εκείνη την μπυραρία στα Πατήσια (την οποία ξέχασα κιόλας). 

Θυμάμαι την πρώτη Τσικνοπέμπτη στην οποία πήγαμε σαν πιτσιρικάδες, πρέπει να ήμασταν στο γυμνάσιο. Πήγαμε σε μια ταβέρνα στην λεωφόρο Χασιάς, κάπου πίσω από το γυμνάσιο μας. Θυμάμαι μας είχε σερβίρει και ένα απαίσιο κρασί, κρασί σε πιτσιρικάδες! Δεν πινόταν με τίποτα αλλά μας σέρβιρε ωραία παϊδάκια. Θυμάμαι να έχει κρεμάσει λαμπάκια από κάτι ελιές που είχε στην αυλή, η οποία είχε χαλίκια. Εδώ και χρόνια αναρωτιέμαι τι έχει γίνει αυτή η ταβέρνα, έκλεισε την δεκαετία του 90, αλλά δυσκολεύομαι να θυμηθώ ποιο κτίριο επί της Χασιάς ήταν. Τέλος πάντων, αυτή ήταν η πρώτη Τσικνοπέμπτη που πήγαμε έξω με την παρέα μου, κάπου αρχές της δεκαετίας του 90. Θυμάμαι άλλη μία Τσικνοπέμπτη, χρόνια αργότερα στην οποία καταλήξαμε σε κάποια ταβέρνα κάπου στα Κάτω Πατήσια. Ελλείψει χώρου, ο ταβερνιάρης μας έχωσε κάτω από την σκάλα και μας σέρβιρε σχεδόν 2 ώρες αργότερα. Από τα Κάτω Πατήσια περπατήσαμε βραδιάτικα, καταχείμωνο μέχρι το σπίτι μιας και τότε δεν είχα το αμάξι και ταξί δεν υπήρχε ούτε για αστείο.

Φέτος μας βλέπω να την βγάζουμε με καμιά πίτσα μπροστά στην τηλεόραση, ίσως του χρόνου να το σχεδιάσουμε καλύτερα.

Saturday, February 20, 2016

Η εκπλήρωση μιας παιδικής επιθυμίας

Η πρώτη μου κάμερα
Όπως φαίνεται λοιπόν, το μπλόγκ μου περνάει μια περίοδο αναγέννησης. Τα πόστ αυτού του χρόνου μέχρι στιγμής είναι περισσότερα από όλα τα περσινά μαζί. Αντιθέτως τα άλλα δύο μπλόγκ μου περνάν μια περίοδο ανεργίας – ιδίως το μπλόγκ μου με τις φωτογραφικές μηχανές. Έχω τρεις μηχανές που περιμένουν να βγάλουν φιλμάκια και να γράψω κάποιο review αλλά προς το παρόν δεν έχω την διάθεση.

Αυτή η αγάπη μου για τις φωτογραφικές μηχανές δεν είναι καινούργια. Το έχω γράψει και αλλού στο μπλόγκ μου – όλα ξεκίνησαν από το θρυλικό πλέον τρίτο τεύχος του περιοδικού “Φωτογράφος” το οποίο αφιέρωνε κάμποσες σελίδες στις φωτογραφικές μηχανές εκείνης της εποχής – δηλαδή αρχές 1990. Είχα κατενθουσιαστεί με εκείνες τις μηχανές , πολύ σύντομα ήθελα να αγοράσω και εγώ μία. Στο σπίτι κάπου γυροέφερνε μια παλιά Yashica Minimatic C – την είχε αγοράσει ο πατέρας μου στην Αυστραλία στα μέσα της δεκαετίας του 60 και εκείνο τον καιρό είχε περάσει στα χέρια του αδελφού μου. Οι γονείς μου, οι οποίοι πίστευαν ότι ήταν μια περαστική τρέλα και ότι αργά ή γρήγορα θα το ξέχναγα – προσπαθούσαν όσο μπορούσαν να αναβάλουν την αγορά της. Εγώ ξεφύλλιζα τα περιοδικά κάνοντας σχέδια για το ποια μηχανή θα αγοράσω. Βέβαια σκόνταφτα στο οικονομικό, θυμάμαι σαν χτες, να έχω κλειστεί στο δωμάτιο μου και να έχω βγάλει μια κόλλα χαρτί και το κομπιουτεράκι και έκανα υπολογισμούς για το πόσο καιρό χρειαζόμουν για να μαζέψω αρκετά λεφτά μόνο και μόνο με το χαρτζιλίκι μου. Όταν άρχισα πλέον να μετράω τον καιρό σε δεκαετίες, απογοητευμένος αποφάσισα να πάω στην μητέρα μου και να διατυπώσω τα μεγαλεπήβολα σχέδια μου και να ζητήσω ένα “δάνειο” προκειμένου να αγοράσω μια φωτογραφική μηχανή. Αυτή συμφώνησε ότι αν ακόμη ενδιαφερόμουν, θα την αγοράζαμε για χριστουγεννιάτικο δώρο. Καθώς λοιπόν ήταν ακόμη Φεβρουάριος, είχα καμιά δεκαριά μήνες μέχρι να βρω μια μηχανή που μου άρεσε και να μην κόστιζε περισσότερο από 35 με 40 χιλιάδες δραχμές – ποσό αρκετά σημαντικό για εκείνη την εποχή.

Έτσι λοιπόν, τον υπόλοιπο χρόνο μου τον πέρασα διαβάζοντας περιοδικά και κατεβένωντας τα πρωινά του Σαββάτου στο κέντρο της Αθήνας και κοιτώντας τις φωτογραφικές βιτρίνες. Εμμανουήλ Μπενάκη και Ακαδημίας ήταν τα upper-class φωτογραφεία, μηχανές πανάκριβες, απλά κοίταγα τις βιτρίνες και χάζευα. Στην γωνία της Πατησίων, δίπλα από το Μινιόν υπήρχαν επίσης κάνα δυο φωτογραφεία και υπήρχε και ένα – το όνομα του μου διαφεύγει τώρα – το οποίο ήταν δίπλα στο υπουργείο οικονομικών στο Σύνταγμα. Όμως από όλα αυτά, τελικά κατέληξα στην Στοά Φέξη η οποία είχε μέσα δύο λιλιπούτεια φωτογραφεία με μηχανές που ταίριαζε στον προϋπολογισμό μου: Zenit, Cosina, Chinon, μερικές AF Minolta και κυρίως Praktica. Εκείνα τα Χριστούγεννα λοιπόν, με 35.000 δραχμές στην τσέπη, εγώ και ο αδελφός μου πήγαμε να αγοράσουμε την πρώτη μου φωτογραφική μηχανή. Ήταν Χριστούγεννα του 1991. Προσπαθήσαμε να παζαρέψουμε μία Praktica MTL50 χωρίς επιτυχία και τελικά κατέληξα να πάρω μια Praktica BMS Electronic και μια δερμάτινη θήκη προς 32.000 δραχμές σύνολο. Καθόλου άσχημα. Ήταν μια φωτογραφική μαγεία – επιτέλους είχα μια μηχανή. Η μηχανή αυτή επέζησε για έξη μόλις χρόνια, μετά άρχισε να υποφέρει από ασυγχρόνιστο φωτοφράκτη – κλασσικό πρόβλημα για Praktica – και τελικά σε κάτι καλοκαιρινές διακοπές το 1997 έπεσε από το τρίποδο και έχασα το κουμπί του φωτοφράκτη. Την μηχανή αυτή την αντικατέστησα με την Canon EOS 5 την οποία ακόμη έχω και χρησιμοποιώ.

Παρόλα αυτά δεν παραιτήθηκα από το να διαβάζω για φωτογραφικές μηχανές. Όλη τη δεκαετία του 90 την πέρασα πάνω από περιοδικά και έξω από βιτρίνες καταστημάτων. Σε κάθε τεύχος του περιοδικού “Φωτογράφος” ξεκοκάλιζα τα άρθρα για μηχανές. Εκείνη την εποχή, αυτό μου φάνταζε σαν η καλύτερη δουλειά του κόσμου, να δοκιμάζω φωτογραφικές μηχανές και να γράφω άρθρα. Βέβαια αυτό ουδέποτε έγινε.

Μέχρι σχετικά πρόσφατα δηλαδή. Η άνοδος της ψηφιακής τεχνολογία σήμανε την πλήρη απαξίωση εκείνων των φωτογραφικών μηχανών. Τώρα τις βρίσκω στα παζάρια και στα Charity shops για πενταροδεκάρες. Τις αγοράζω, τις τεστάρω και γράφω κανένα review. Η εκπλήρωση μιας παιδικής επιθυμίας.

Saturday, February 06, 2016

Μια ιστορία από τα παλιά

O ποτάμος Sow κοντα στο Milford  -2009
Σήμερα, καθ οδών για το σχολείο της Δάφνης, πέρασα πάνω από την γέφυρα του ποταμού Sow που διασχίζει τα χωράφια στην περιοχή που ανοίγει το καινούργιο ALDI. Τα νερά έχουν αρχίσει να αποτραβιούνται και από εκεί που πριν δυο βδομάδες ήταν μια ατέλειωτη λίμνη, τώρα υπάρχουν κάνα-δυο παραπόταμοι που συναντιούνται πιο κάτω και ενώνονται με τον Sow. Ένα από αυτά τα ρυάκια, έτσι που πέρναγε δίπλα από τον δρόμο και κοντά από τις βελανιδιές που υπάρχουν σε εκείνα τα χωράφια, μου θύμισε μια ιστορία που μου εϊχα ακούσει και θέλησα να την καταγράψω εδώ..

Η ιστορία λοιπόν ξεκινάει κάπου στα τέλη της δεκαετίας του 70 και σε ένα μέρος το οποίο οι μεγαλύτεροι αγκομαχούσαν για να επιζήσουν στην καθημερινότητα τους αλλά οι πιτσιρικάδες, τους οποίους δεν τους πολυαπασχολεί το χτες ή το αύριο, ζούσαν σε ένα παραδεισένιο τοπίο περιτριγυρισμένο από ποτάμια, δάση και ατέλειωτα χωράφια τα οποία δεν άνηκαν σε κανέναν. Καθώς οι πιτσιρικάδες ήταν κοντά στην ηλικία των δέκα ετών και δεν ήξεραν κανένα άλλο τόπο εκτός από αυτό που είχαν γεννηθεί και μεγαλώσει, βίωναν την περιοχή τους ως κάτι το δεδομένο και ουδέποτε αμφισβήτησαν ή αναρωτήθηκαν για τα προφανή. Και ένα από αυτά τα προφανή ήταν και το μικρό ποτάμι που διέσχιζε τα χωράφια και το οποίο αποτελούσε το κύριο χαρακτηριστικό του παιδότοπού τούς.

Οι μέρες πέρναγαν, τα χρόνια πέρναγαν και ξαφνικά, μέσα στις καλοκαιρινές διακοπές τους, ο ξάδελφος του ενός από τους τρεις φίλους της παρέας, ήρθε για μερικές ώρες επίσκεψη. Τότε οι συγκοινωνίες απλά δεν υπήρχαν και πολύ χειρότερα από τα λίγα λεωφορεία που πέρναγαν μέσα στην βδομάδα, κανένα δεν έκανε στάση στο χωριουδάκι της ιστορίας, μιας και αυτό ήταν στην μέση του πουθενά. Οι κάτοικοι του χωριού προσπαθούσαν είτε με τα ζώα τους είτε με τα τρακτέρ τους να σπάσουν την απομόνωση τους και να βρεθούν με τους συγγενείς τους. Τέλος πάντων, χωρίς αυτά να είναι απαραίτητα στοιχεία στην ιστορία μας, δίνουν μια εντύπωση ενός απομονωμένου μέρους κάπου στην μέση του πουθενά.

Ο ξάδελφος λοιπόν του ενός από τους φίλους, ρώτησε το προφανές: Από που πηγάζει αυτό το ποτάμι; Ατέλειωτη ησυχία. Όλοι ξέραν ότι κατέληγε στην διπλανή πόλη, αλλά ουδείς μέχρι τότε αναρωτήθηκε από που πηγάζει. Αυτό τους έβαλε σε βαθιές σκέψεις μιας και δεν μπορούσαν να εξηγήσουν κάτι το τόσο προφανές και δικό τους όπως το ποταμάκι της γειτονιάς τους. “Και πώς το λένε;” συνέχισε επιτείνοντας την σύγχυση. “Όλα τα ποτάμια έχουν ένα όνομα”. Κανείς δεν ήξερε, όλοι “ποταμάκι” το έλεγαν. Ρώτησαν και τους γονείς τους που αυτοί συνήθως γνωρίζουν τα πάντα, αλλά ο καθένας τους τους είπε και κάτι διαφορετικό, αν μη τι άλλο μπερδεύοντας τους ακόμη περισσότερο. Εκείνη την νύχτα πήγαν και οι τρεις τους για ύπνο με το κεφάλι γεμάτο απορίες.

Την επόμενη μέρα στάθηκαν και οι τρεις τους μπροστά στο ποτάμι. Κάτι είχε αλλάξει πλέον, είχαν απορίες και αυτό το έκανε διαφορετικό. Από που πήγαζε, πώς το έλεγαν; Και αφού λοιπόν κανείς δεν ήταν σε θέση να τις απαντήσει αυτές τις ερωτήσεις, αποφάσισαν το επόμενο πρωινό να ακολουθήσουν το ποτάμι προς τα ανατολικά προκειμένου να μάθουν – και όχι μόνο αυτό αλλά και δεν θα σταματούσαν αν δεν έβρισκαν τις πηγές του. Και έτσι έγινε, πρωί πρωί και με μια τσάντα νερό και ψωμί ο κανένας στους ώμους του ξεκίνησαν για να βρουν τι πηγές του.

Και όπως ήταν φυσικό, τίποτα δεν τους ήρθε εύκολα. Τις καλλιεργημένες εκτάσεις και τα ευκολόβατα μονοπάτια, τα διαδέχτηκαν ατέλειωτες εκτάσεις με ψηλό χορτάρι και αγκάθια. Πολλές φορές δε, έπρεπε να βουτήξουν και μέσα στο ποταμάκι προκειμένου να περάσουν απέναντι μιας και σειρές από έλη και δύσβατα χωράφια τους έφραζαν τον δρόμο. Και οι ώρες περνούσαν και τίποτα στον ορίζοντα δεν ερχόταν κοντύτερα αλλά οι ατέλειωτες εκτάσεις διαδέχονταν η μία την άλλη χωρίς τελειωμό. Και ο έναν από τους τρεις άρχισε να ψελλίζει ότι είχαν απομακρυνθεί πολύ, ο ήλιος είχε φτάσει στο καταμεσήμερο και ότι δεν θα μπορούσαν να επιστρέψουν πίσω το βράδυ αν συνέχιζαν και άλλο. Αλλά οι άλλοι φίλοι του, του θύμιζαν τον όρκο που είχαν πάρει και αρνιόντουσαν να γυρίσουν πίσω χωρίς απαντήσεις.

Στο μικρό χωριουδάκι εν το μεταξύ, είχε σημάνει συναγερμός. Οι γονείς ανάστατοι είχαν καβαλήσει τα ζώα και τα τρακτέρ και έψαχναν να βρουν τα μικρά παιδιά που είχαν μυστηριωδώς εξαφανιστεί. Αλλά όλα αυτά ουδέποτε πέρασαν από το μυαλό των νεαρών καθώς πλέον βρίσκονταν χιλιόμετρα μακρυά από το σπίτι. Αντίθετα, συνέχιζαν να περπατάνε μέσα στον ζεστό καλοκαιρινό ήλιο, τραβώντας όλο και πιο ανατολικά μέσα από χωράφια σπαρμένα με δημητριακά.

Και εφόσον πλέον προκοπή δεν είδαν, άρχισαν πλέον να σκέφτονται ότι είχε έρθει η ώρα να γυρίσουν. Μόνο ο ήρωας της ιστορίας μας είπε ότι θα συνέχιζαν μέχρι να πάνε στο δασάκι που φαινόταν στην άκρη του ορίζοντα μιας και ο δρόμος είχε καλυτερεύσει και μπορούσαν να περπατήσουν ποιο εύκολα. Αν μετά το δασάκι δεν έβλεπαν την πηγή του ποταμού, θα γυρίζαν πίσω.
Το ποταμάκι περνούσε ακριβώς δίπλα από ένα μικρό αλσύλλιο, δάσος δεν το έλεγες, ένα μάτσο δέντρα σκορπισμένα σε μια έκταση καμιά εκατοσταριάς μέτρων. Έτσι λοιπόν, αφού έφτασαν εκεί, με έκπληξη ανακάλυψαν ότι μέσα στο μικρό αυτό δάσος υπήρχε ένα παλιό και ξεχασμένο νεκροταφείο. Επειδή όμως αυτή η περιοχή όπου έμεναν, με τους αιώνες είχε περάσει σε διάφορα χέρια, ήταν αδύνατο να ξέρουν σε ποιους άνοιγε, πάντως τότε δεν μπορούσαν να διαβάσουν τι ήταν γραμμένο πάνω στις ταφικές πλάκες – καμιά δεκαριά από αυτές σε καλή κατάσταση και μερικές άλλες σπασμένες και σκορπισμένες δεξιά και αριστερά.

Οι φίλοι της ιστορίας τα έχασαν καθώς δεν περίμεναν να κάνουν μια τέτοια ανακάλυψη. Ίσως τελικά, όλες αυτές οι ιστορίες με τις οποίες τους τρόμαζαν οι μεγαλύτεροι, για φαντάσματα και αναμμένα κεριά που επέπλεαν στο ποτάμι να ήταν αλήθεια – να οι νεκροί που το στοίχειωναν. Καθώς λοιπόν η ανατριχίλα είχε αρχίσει να τους κυριεύει και επειδή δεν ήθελαν να τους πάρει το βράδυ σε αυτά τα μέρη φοβούμενοι τα φαντάσματα, άφησαν την ανακάλυψη τους ξωπίσω και όσο ποιο γρήγορα μπορούσαν βγήκαν δίπλα στο ποτάμι και συνέχισαν την πεζοπορία τους.

Και όπως στις περισσότερες περιπτώσεις, δεν υπάρχει καμία υπόσχεση ότι θα καταλήξεις να βρεις μια αλήθεια σε αυτό που ζητάς, πολύ περισσότερο, την αλήθεια που θες να ακουσεις, έτσι και οι φίλοι, αφού πέρασαν το δάσος, βρέθηκαν μπροστά σε ένα αδύνατο γρίφο. Το ποτάμι έφτανε σε μια μικρή όχθη την οποία τροφοδοτούσαν με νερό, δύο μικρά ποταμάκια. Και τώρα; ποιο ακολουθούμε; Πως θα βρούμε την πηγή του; Είναι το ποτάμι μας το αποτέλεσμα δύο άλλων ποταμιών; Οι φίλοι απογοητεύθηκαν αλλά ταυτόχρονα η ανακάλυψη αυτή τους ανακούφισε μιας και μπορούσαν πλέον να γυρίσουν σπίτι τους. Και για καλή τους τύχη, και επειδή τα κακά νέα μαθαίνονται γρήγορα, κάποιος τους αντιλήφθηκε καθώς διέσχιζε τον ίδιο δρόμο με το τρακτέρ και τους συνόδευσε σπίτι. Οι καβγάδες και οι τιμωρίες που ακολούθησαν δεν περιγράφονταν αλλά η όλη ιστορία έμεινε στο μυαλό του κυρίου που μου την διηγούταν. Το ποταμάκι παρέμεινε από τότε ένα μυστήριο άλυτο και από καιρό σε καιρό, θα έφερναν στο μυαλό τους και θα συζητούσαν το νεκροταφείο που είχαν ανακαλύψει - μια ανακάλυψη που σαράντα χρόνια αργότερα είχε μείνει στο μυαλό τους ως η μεγαλύτερη ανακάλυψη που έκαναν πότε στην ζωή τους. Και ίσως πράγματι να ήταν.


Friday, January 22, 2016

Εξομολόγηση

Εξομολόγηση - Πολωνία
Αγαπητέ αναγνώστη αυτού του ποστ. Αποφάσισα να εξομολογηθώ κάτι το οποίο συνέβη στις μακρινές αρχές της δεκαετίας του 90 και μου βαραίνει την ψυχή από τότε. Πέρασαν αρκετά χρόνια και σκέφτηκα πλέον ότι είναι καιρός να το διηγηθώ και σε άλλους.

Ήταν λοιπόν αρχές της δεκαετίας του 90, όταν ξαφνικά, μια άνοιξη, παρουσιάστηκε στην αυλή μας ένας κιτρινόασπρος γάτος. Άγριος στην αρχή, δεν άφηνε κανέναν να τον πλησιάζει, σιγά σιγά μας συνήθισε και αν τον πετύχαινες και στα τσακίρ κέφια, μπορεί και να σε άφηνε να τον χαϊδέψεις. Επειδή λοιπόν εκείνη την εποχή είχαμε ποντίκια τα οποία είχαν κατασκηνώσει στην αποθήκη μας, ο πατέρας μου συμφώνησε να τον κρατήσουμε μπας και καταφέρει και τα κυνηγήσει. Επί ματαίω όμως μιας και ο γάτος ουδέποτε ενδιαφερόταν για κάτι τέτοιο και περισσότερο τον ένοιαζε να φάει τα αποφάγια που του σέρβιρε η μητέρα μου παρά να πάρει τα κουτσά του και να κυνηγήσει κανένα ποντικό. 

Έτσι λοιπόν, ο καιρός πέρναγε και εγώ – που σε καμία περίπτωση δεν μπορούσα να χαρακτηριστώ ως φιλόζωος – άρχισα να δένομαι με τον τεμπέλη γάτο της αυλής μας. Και αυτός άρχισε να παίρνει όλο και περισσότερο θάρρος, τόσο που μια φορά πέρασε από την αυλή, στην κουζίνα και από εκεί στο σαλόνι, μέχρι να τον αντιληφθεί ο πατέρας μου και να τον κυνήγησει με την σκούπα. Έκτοτε ουδέποτε επιχείρησε να ξαναμπεί στο σπίτι μας και αρκέστηκε στην κούτα την οποία του είχαμε ετοιμάσει για να κοιμάται στην αυλή.

Το καλοκαίρι ήρθε και πλέον εγώ, περνούσα όλο τον καιρό μου παίζοντας έξω στην γειτονιά. Τότε – άκουσον άκουσον – μπορούσαμε τα καλοκαίρια να παίζουμε έξω στην γειτονιά μέχρι της 10 ή 11 το βράδυ και προφανώς δεν υπήρχε τίποτα το ανησυχητικό σε αυτό. Ούτε παιδεραστές υπήρχαν, ούτε εγκληματίες, όλοι τους ήταν κλεισμένοι στις φυλακές και εμείς απολαμβάναμε το παιχνίδι μας τρέχοντας στην γειτονιά, ουρλιάζοντας και τρελαίνονταν τους ήσυχους νοικοκυραίους που προσπαθούσαν να απλώσουν τα πόδια τους και να ξεκουραστούν λιγάκι. Με το ένα και με το άλλο όμως, έφτασε στα αυτιά μου, ότι η γειτόνισσα, η οποία έμενε φάτσα απέναντί μας – δεν μοιραζόταν τα ίδια συναισθήματα με εμένα για τον γάτο μου και κυκλοφόρησε η φήμη ότι θα προτιμούσε να ξεπαστρέψει τον γάτο μου για τις ακαταστασίες τις οποίες δημιουργούσε στην αυλή της. Φήμες ή όχι, στα δικά μου αυτιά σήμανε συναγερμός και θέλησα να προστατέψω τον γάτο μας από τις κακόβουλες προθέσεις της. 

Ο καιρός πέρασε, πήγαμε τις συνηθισμένες καλοκαιρινές διακοπές μας οι οποίες τότε διαρκούσαν τρεις ολόκληρες βδομάδες και όταν επέστρεψα, κατά την γνωστή συνήθεια μου, έτρεξα να δω τον κήπο μας και πώς έχει αλλάξει. Έτσι είχα ένα μέτρο για να κρίνω τον καιρό που πέρναγε, συνήθως τρεις βδομάδες ήταν αρκετές για να δείξει ο κήπος διαφορετικός. Κοίταξα από εδώ, κοίταξα από εκεί, πουθενά ο γάτος μας. Περίμενα να έρθει και το βράδυ, περίμενα να περάσουν και δύο τρεις μέρες μέχρι να επιστρέψουν και οι φίλοι μου από τις διακοπές τους αλλά ο γάτος δεν φάνηκε πουθενά.
Αποκαρδιωμένος πλέον άρχισα να φοβάμαι για τα χειρότερα. Ίσως τελικά να κατάφερε να τον ξεπαστρέψει η άκαρδη γειτόνισσα. Πράγματι, μερικές μέρες αργότερα, τον βρήκα ψόφιο στο κοντινό οικόπεδο. Μετά από πέντε λεπτά σκέψη – δεν σκεφτόμουν περισσότερο εκείνη την εποχή – αποφάσισα ότι έπρεπε να πάρω εκδίκηση για το ότι είχε συμβεί στον γάτο μου. Πώς όμως; Αυτό στριφογύριζε στο μυαλό μου για αρκετές μέρες καθώς ότι και αν σκεφτόμουν δεν φαινόταν να είναι αρκετό ως εκδίκηση. Οι μέρες περνούσαν έτσι μέχρι ένα πρωινό παρουσιάστηκε η ευκαιρία που ζητούσα.

Εκείνες τις ημέρες η γειτόνισσα είχε προσλάβει μπογιατζίδες για να βάψουν την πρόσοψη του σπιτιού της. Ως το τέλος της ημέρας το σπίτι έλαμπε εξωτερικά, φρεσκοβαμμένο με άσπρη μπογιά, έμοιαζε τόσο καθαρό και προσεγμένο που όταν ο ήλιος έλαμπε απάνω του σε στράβωνε και δεν μπορούσες να απολαύσεις την μεσημεριανή σου σιέστα. Χωρίς να το πολυσκεφτώ κατάστρωσα το σχέδιο μου – την νύχτα που κανένας δεν θα με έβλεπε θα έριχνα με το αεροβόλο μου κόκκινη πλαστελίνη στον φρεσκοβαμμένο τοίχο. Μου φάνηκε ιδιοφυές. Έτσι και έκανα, περίμενα να πέσει η νύχτα και κοντά στα μεσάνυχτα “'εστειλα” μια χούφτα πλαστελίνη στον απέναντι τοίχο. Ένοιωσα ότι είχα πάρει την εκδίκηση μου για τον θάνατο του πολυαγαπημένου μου γάτου. Έτσι λοιπόν, έπεσα για ύπνο ήσυχος.

Την επόμενη μέρα το είχα κιόλας ξεχάσει. Σηκώθηκα, έφαγα το πρωινό μου και έκατσα το δωμάτιό μου να διαβάσω τα περιοδικά μου. Ξαφνικά, από το ανοιχτό παράθυρο μου – που βλέπει φάτσα στην γειτόνισσα – μια οργισμένη φωνή ακούστηκε. Η μητέρα μου που ήταν έξω και πότιζε τον κήπο ρώτησε την γειτόνισσα τι είχε συμβεί. Αυτή εκνευρισμένη έδειξε τον τοίχο. Το σπίτι έμοιαζε σαν να είχε ανεμοβλογιά – χλωμό με κόκκινα σπυράκια. Συνέχισε λέγοντας ότι ήξερε τι είχε συμβεί. Εγώ έτρεμα κρυμμένος στο δωμάτιο μου. Σύμφωνα με την θεωρία της, κάποιος είχε μπει στον κήπο μας το βράδυ που κοιμώμασταν και είχε κόψει ρόδια από την ροδιά μας και τα είχε πετάξει στον τοίχο της. Ομολογώ ότι ένοιωσα μια ανακούφιση ακούγοντας την ερμηνεία της. 

Ο καιρός πέρασε και το περιστατικό ξεχάστηκε. Εγώ βέβαια πάντα το θυμόμουν και ουδέποτε το ανέφερα σε κανέναν. Πέρασαν είκοσι πέντε χρόνια από τότε οπότε πλέον αποφάσισα να το εξομολογηθώ και να ζητήσω συγχώρεση από τους γείτονές μας, οι οποίοι πέρασαν το υπόλοιπο καλοκαίρι στο μπαλκόνι, περιμένοντας να πιάσουν τον κλέφτη της ροδιάς μας που βανδάλισε τον τοίχο τους – έστω και αν δεν υπήρχαν ρόδια ακόμη στην ροδιά μας...

Tuesday, January 19, 2016

Βαρυχειμωνιά

Παρασκευή πρωί στην δουλειά
Επιτέλους ήρθε χειμώνας εδώ πάνω. Για λίγο, Παρασκευοσαββατοκύριακο μόνο, Τρίτη σήμερα και έχουμε λιακάδα. Έριξε και κάμποσο χιόνι, λιγοστό σε σχέση με το τι γινόταν παλιότερα αλλά ήταν ευπρόσδεκτο για τους αγρότες. Την Παρασκευή ξυπνήσαμε με χιόνι, το ίδιο και την Κυριακή (δείτε φωτός).
Την Δευτέρα όπως είπα, ο καιρός είχε καλυτερεύσει λίγο. Πήγα στην δουλειά μόνο και μόνο για να αντιληφθώ ότι.... η κεντρική θέρμανση του κτηρίου δεν δούλευε. Και όχι μόνο αυτό, ήταν εκτός λειτουργίας όλο το Σαββατοκύριακο. Και μιλάμε για ένα πελώριο κτήριο της δεκαετίας του 50 με παλαιά παράθυρα και πόρτες. Η θερμοκρασία όταν έφτασα ήταν 10 βαθμοί Κελσίου. Βάση νομοθεσίας, αν η θερμοκρασία στον χώρο εργασίας είναι κάτω των 16 βαθμών Κελσίου, δικαιούμαστε να πάμε σπίτια μας, αλλά εμείς – καθότι εκτελούμε λειτούργημα, καθίσαμε και είδαμε όλους τους πελάτες μας μέχρι τις 3 το απόγευμα όπου η βλάβη αποκατασταθεί.
Απίστευτο συναίσθημα, δεν μπορούσα να γράψω με το στυλό, βασικά δεν μπορούσα να κρατήσω καν το στυλό. Μου θύμισε ημέρες δημοτικού, όπου με σπασμένα παράθυρα και κουλουριασμένοι γύρω από τις σόμπες προσπαθούσαμε να κάνουμε μάθημα. Τα δύο τρία αερόθερμα που είχαμε στο κτήριο, είχαν περάσει στην μαύρη αγορά και είχαν γίνει άφαντα.
Τέλος πάντων, τέλος καλό, όλα καλά. Λιακάδα σήμερα και αύριο, για να δούμε πότε θα έρθει το δεύτερο κύμα κακοκαιρίας.
Κυριακή πρωί

Tuesday, January 12, 2016

Ημέρες ραδιοφώνου Νο2

Ένα καφενείο την δεκαετία του '50
Και τα παλιά τα χρόνια που δεν είχατε τηλεόραση, πως περνάγατε τα βράδια σας” ρώτησα τον πατέρα μου που καθόταν και χάζευε τηλεόραση στο σαλόνι. Αυτός, ξαφνιασμένος από την ερώτηση ενός δεκάχρονου, έκανε τα γνωστά “εεε” και “χμμμ” και απήντησε: “Τότε ο κόσμος ερχόταν κουρασμένος, όλη την ημέρα ήταν στα πρόβατα, έτρωγε και κοιμόταν. Μερικοί πήγαιναν στο καφενείο και καθόντουσαν ή έπαιζαν χαρτιά. Αν είχε ραδιόφωνο, άκουγαν και ραδιόφωνο”.
Εμένα που δεν με πολυευχαρίστησε η απάντηση – μιας και τότε δεν μπορούσα να πιστέψω ότι υπήρχε εποχή που ο κόσμος δεν έβλεπε τηλεόραση – έκατσα και το σκέφτηκα λίγο, μου δημιουργήθηκε έτσι μια εικόνα στο μυαλό μου: το καφενείο του χωριού, με μερικά τραπεζάκια μέσα και τον κόσμο να κάθεται και να παίζει χαρτιά υπό το φως κεριών. Από τότε αυτή η εικόνα έμεινε στο μυαλό μου και την ανακαλώ όποτε σκέφτομαι την Ελλάδα της δεκαετίας του '50 και του '60 και τους ανθρώπους της.

Σχεδόν τριάντα χρόνια αργότερα και στο σπίτι μας η τηλεόραση παραμένει ως επί το πλείστον κλειστή. Δεν μου αρέσουν τα αγγλικά προγράμματα και αν τα πιτσιρίκια δεν βλέπουν το παιδικό κανάλι, τότε παραμένει ένα διακοσμητικό έπιπλο στο σαλόνι μας. Δεν μπορώ να πω ότι μου λείπει, περισσότερο χρόνο περνάω online και στα διάφορα φωτογραφικά forums. Όμως μου έχει λείψει το ραδιόφωνο.
Ποιος θα το πίστευε; Ποτέ δεν ήμουν ιδιαίτερος οπαδός του ραδιοφώνου. Μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του '90 και για δύο χρόνια έγινα φανατικός ακροατής μικρών τοπικών ραδιοσταθμών οι περισσότεροι των οποίων έκλεισαν στα τέλη της δεκαετίας του '90 από το καθεστώς Σημίτη. Ξένιος, Δίαυλος 10, Λιόσiα FM μερικοί από αυτούς που θυμάμαι. Μετά άρχισα το ΤΕΙ και πέρασε σχεδόν μια δεκαετία μέχρι να ξανακούσω ραδιόφωνο. Αλλά πλέον οι μέρες ραδιοφώνου είχαν παρέλθει για μένα. Το Internet ήταν για τα καλά στην ζωή μου και ποτέ δεν μου άρεσαν οι εκπομπές στα μεγάλα ραδιοφωνικά δίκτυα (αν και μου άρεσε η μουσική σε μερικούς από αυτούς).

Έτσι λοιπόν τα βράδια πλέον βάζουμε RMF-FM, Πολωνικό ιντερνετικό ραδιοσταθμό. Νοιώθω μια ελαφρά νοσταλγία για τις παλιές ημέρες ραδιοφώνου αλλά στην παρούσα φάση δεν έχω βρει κάτι που να με κάνει να ακούσω τις εκπομπές του. Δεν είναι η μουσική που μου έχει λείψει, υπάρχον σταθμοί που παίζουν καλή μουσική. Ήταν τα τοπικά talk-shows, τα τοπικά νέα, ο σχολιασμός της επικαιρότητας και μικρά αφιερώματα σε είδη μουσικής ή μουσικούς αυτά που περισσότερο μου είχαν τραβήξει την προσοχή τότε και μου λείπουν τώρα.

Friday, January 08, 2016

Ο παραλογισμός σε όλο του το μεγαλείο

Η μαλακία πάει σύννεφο
Δεν υπάρχει περίπτωση να μην εκπλαγώ από τον κοντόφθαλμο τρόπο που πολλές φορές ο κόσμος αντιδρά στο ότι συμβαίνει γύρω του. Πρόσφατο παράδειγμα, η φωτογραφία αριστερά. Να τα πάρουμε από την αρχή. 

Η είδηση αναρτήθηκε στο Pronews.gr, το οποίο δεν είναι κανένα άλλο site από το παλιό (κακό) Defencenet - γνωστό site το οποίο κατά καιρούς μας έχει δώσει άρθρα-αριστουργήματα τα οποία αναδημοσιεύονται στο site της Χρυσής Αυγής. Δημοσίευσε λοιπόν ένα βίντεο με τον τίτλο “Νεαρή Φινλανδέζα βγάζει νοκ-ουτ λαθρομετανάστες ληστές”. Είδα το βίντεο και ομολογουμένως δεν κατάλαβα από που συμπεράναμε ότι είναι λαθρομετανάστες. Δύο καλοντυμένους και σουλουπωμένους κύριους Αφρικανικής καταγωγής είδα, οι οποίοι συμπεριφέρθηκαν ως εγκληματίες του κοινού ποινικού δικαίου. Επίσης δεν αμφισβητώ τις προθέσεις τις νεαρής Φιλανδέζας, η οποία αισθάνθηκε οτι η επιχείρηση της δέχτηκε επίθεση δύο ληστών.
Το πρόβλημα είναι αλλού.

Το Defencenet παίζει το χαρτί της λαθρομετανάστασης, η ληστεία συνέβη γιατί αυτοί οι δύο ήταν λαθρομετανάστες (?), όχι για κανένα άλλο λόγο. Επίσης, αν κοιτάξει κανείς τα σχόλια, θα δει ότι ένα εξ-αυτών είναι από άτομο Αλβανικής καταγωγής που μένει στην Ελλάδα και ο άλλος Έλληνας που σπούδασε, έζησε και εργάστηκε στο εξωτερικό. Είναι οι δύο θερμοκέφαλοι με τα εμετικά σχόλια. Καταντάει χειρότερο και από Ποντιακό ανέκδοτο δηλαδή – θέλουν δικαιοσύνη για τους άλλους αλλά έλεος για τον εαυτό τους.

Φυσικά δεν είναι η πρώτη φορά που βλέπω τέτοια σχόλια στο ίντερνετ. Το αντεπιχείρημα γνωστό: Και αυτοί πήγαν μετανάστες αλλά δεν ήταν λαθραίοι και ούτε ποτέ έκλεψαν. Αφενός η εμπειρία δείχνει ότι δεν χρειάζεται να είσαι “λαθραίος” για να κλέψεις (και οι ντόπιοι κλέβουν μια χαρά) αφετέρου η κλοπή όταν δεν είναι κακή συνήθεια, είναι το αποτέλεσμα μιας ανάγκης, μιας ανάγκης που έκανε τους Έλληνες της δεκαετίας του 50 και του 60 να κλέβουν σωρηδόν στην Γερμανία, την Αμερική, την Αυστραλία κτλ κτλ... Το ότι οι εν λόγω σύγχρονοι Έλληνες μετανάστες που σέρνονται από post σε post δεν έχουν κλέψει είναι γιατί δεν έχουν διανύσει με τα πόδια τους χιλιάδες χιλιόμετρα με τα παιδιά τους στα χέρια, και δεν έχουν δει τα παιδιά τους να κλαίνε από την πείνα. Γιατί οι Έλληνες μετανάστες είχαν τον Σημίτη να υπογράφει μια συνθήκη η οποία τους λύτρωσε από την ρετσινιά του “λαθρό” και τους έδωσε δουλειές στο εξωτερικό, όχι επειδή το αξίζαμε αλλά επειδή ήταν νόμιμο πλέον.

Έτσι λοιπόν, κοντόφθαλμοι όπως πάντα οι Νεο-Έλληνες παρεξηγούνται κάθε φορά που ακούνε ότι ουδεμία σχέση έχουν με τους Αρχαίους ημών προγόνους, αυτούς που δίδασκαν το 'γνώθι σαυτόν' και εξακολουθούν να σέρνουν τις σαδιστικές τους επιθυμίες από τον ένα ιστότοπο στον άλλο εξηγώντας ταυτόχρονα τι πήγε στραβά στην Ελλάδα όλα αυτά τα χρόνια και ζητώντας δικαιοσύνη και τιμωρία για τους άλλους.

Και για το γνώθι σαυτόν, κουβέντα...