Thursday, January 31, 2008


Federico Borrell García
Ο Federico Borrell García γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Benilloba της Ισπανίας. Από μικρός εντάχθηκε στο πλευρό της Iberian Federation of Libertarian Youth που μαχόταν εναντίων του δικτάτορα Φράνκο κατά τον Ισπανικό εμφύλιο . O νεαρός Federico πέρασε στην ιστορία σαν ο στρατιώτης ο οποίος πέφτει νεκρός από σφαίρα στην διάσημη φωτογραφία του Robert Capa.
H γνησιότητα όμως αυτής της φωτογραφίας έμελλε να αμφισβητηθεί από την στιγμή που θα βρισκόταν άλλη μία φωτογραφία η οποία απεικονίζει άλλον έναν νεκρό στρατιώτη και είναι τραβηγμένη ακριβώς στο ίδιο σημείο. Σε αυτή εδώ την φωτογραφία - που είναι και αυτή τραβηγμένη την ίδια μέρα με τις άλλες δύο - ο Federico είναι ο πρώτος από αριστερά και ο δεύτερος στρατιώτης που πέφτει νεκρός είναι ο τρίτος από αριστερά. To κοινό αυτής της σειράς φωτογραφιών είναι ότι τα αρνητικά - τα οποία θα έδιναν απάντηση στο ερώτημα κατά πόσο είναι αυθεντική ή όχι - έχουν χαθεί. Ο Capa είχε πει ότι τα αρνητικά τα είχε αφήσει στο Παρίσι πριν από την είσοδο των Ναζί.

Έτσι λοιπόν, για περισσότερο από μισό αιώνα, ο μύθος των χαμένων αρνητικών που θα έδινε τέλος στην διαμάχη για την αυθεντικότητα της φωτογραφίας ή όχι, λαμβάνει τέλος. Από την Γαλλία και μέσω ενός Μεξικανού διπλωμάτη, η χαμένη βαλίτσα που περιέχει περι τα 3.000 αρνητικά από τον Ισπανικό εμφύλιο και ανάμεσα τους και τα αρνητικά του "Falling Soldier" παραδόθηκαν πρίν από λίγους μήνες στο Ίδρυμα Robert Capa.

Εν αναμονή λοιπόν της ετυμηγορίας ενός από τους μύθους της φωτογραφίας....

Monday, January 28, 2008

Όταν τα νούμερα πρόσθεσαν μερικά μηδενικά

Ένα μικρό follow up σε ένα παλιότερο μου post.

Αν κατέβαινες στα κυριακάτικα παζάρια των Ρωσοπόντιων την δεκαετία του ’90 θα έβλεπες δεκάδες από τις φωτογραφικές μηχανές που έφερναν τότε (πάμφθηνα) από το ανατολικό μπλοκ. Οι περισσότερες από αυτές ήταν πλαστικές ρεπλίκες επιτυχημένων δυτικών μοντέλων τις περισσότερες από τις οποίες τις έδιναν δωρεάν στα διάφορα πανηγύρια.

Τα καταστήματα φωτογραφικών έριχναν κατάρες σε αυτές τις «γκρι» (όπως τις χαρακτήριζαν) εισαγωγές για πολλούς λόγους. Πρώτων ήταν αμφιβόλου ποιότητας προϊόντα χωρίς εγγύηση, πολλές έκαναν overlapping (δηλαδή έριχναν την μία φωτογραφία πάνω στην άλλη), οι φακοί τους δεν είχαν επίστρωση και παρήγαγαν φτωχά χρώματα και ευκρίνεια κ.α. Η λίστα των μείων ήταν ατελείωτη. Εν ολίγοις πρέπει να ήσουν κάτι σαν εντελώς ευκολόπιστος ή εντελώς άσχετος για να καταφέρουν να σου πλασάρουν μία Lubitel ή μια Zenit στην τιμή των 5.000 δραχμών.

Ρε πως αλλάζουν οι καιροί όμως ε? Στο site της Lomography η Lubitel πωλείτε στην τιμή – ευκαιρία των 175 Euro. Αυτό που κάποτε ήταν ελάττωμα, τώρα το χρυσοπληρώνεις (‘The benefit: crazy multiple exposures are a snap’) . Η πλαστική LOMO LCA που κάποτε στην έδιναν και δεν την έπαιρνες (κλικ εδώ για να καταλάβετε για τι πράγμα μιλάω) τώρα ο εισαγωγέας στην Ελλάδα την πλασάρει σαν Object Of Dark Desire και αυτό στην προνομιακή τιμή των € 320,00.

Έτσι - γιατί τώρα είναι ιδέα.

Sunday, January 27, 2008

Ανέκδοτο.
Ήταν 9 Πολωνοί, ένας Σκοτσέζος και ένας Έλληνας και πηγαίνουν σε ένα πάρτι γενεθλίων. Αφού έφαγαν και ήπιαν είπαν να βγάλουν και μερικές φωτογραφίες.


Οι Πολωνοί





Ο Σκωτσέζος











Και ο Έλληνας...











Και ο Έλληνας ξανά (περασμένα μεσάνυχτα...)









Αυτά...

Tuesday, January 22, 2008

Δικός του ο λόγος
Το 1909 µε βρέσκει πέντε χρονώ παιδάκι. Ήµουνα από τότες κιµπάρης. σφιχτοδεµένος.
Είχα πρώιµη ανάπτυξη. Παρατήραγα δεξιά αριστερά, σφουγγάρι. Τα µάτια µου αρπάχνανε. Εβύζαιναν παντού. Έστηνα τ' αυτί κι άκουγα εκεί που μιλούσαν οι γέροι,
οι σοφότεροι. Να μασώ την γλώσσα. Μου αρένανε ν' ακώ κουβέντες όταν ιστορούσανε.
Άκουγα. Κι ό,τι λέγανε τα κράτηγα. Μου αρένανε τα μυστήρια του ντουνιά. Επάγαινα στις γκάιντες, εκεί που τραγουδάγανε. Το κάθε ξηµέρωµα µ' έβρισκε στο πόδι.Από ρουχαλάκια, δεν είχαµε, μπαλωµένα φορήγαµε.Παπούτσια ούτε για δείγµα. διπλοβελονιά ντουσέκι το παλιοπαντελονάκι. Και µονοφόρι. Κι αν ξέπεφτε κανένα παλιοπάπουτσο,το 'ραβα µε κερωµένο γκιούλι για να µη σπάει. Εχανόµουνε στα χωράφια ξιπολησιάς και τα κανιά µου γιοµάτα σηµάδια.
Έβρεχε και πιλάλαγα στη βροχή. Έπεφτε µπόρα, δεν µ' απάνταγε. Τα 'βαζα µε τα τοιχειά της φύσης. Βούταγα µια βάρκα και κοντραριζόµουνα µε τα κύµατα.
Την άνοιξη φούσκωνε η ψυχή µου.Εκαθόµουνα µε τις ώρες στις πλευρές κι άκουγα τα λουλούδια που έσκαζαν. Είχα µονίµως µια φούντωση, ετσι ενθυµούµαι.
Πέντε χρονώ, µ' έστειλε ο πατέρας σχολείο. Από το υστέρηµα του µ' αγόρασε ποδιά. Ετότες φορήγαµε ποδιές. Αλατζαδένιες. Υπήρχαν και τα ντρίλια. Κι ήµαστε όλα τα παιδιά µια κοψιά, λόγω στολής. Τα γράµµατα τ' αγάπησα, τα 'παιρνα στον αέρα.
Επήγα στο σχολείο. Ξύλινα θρανία κι ένας πίνακας.Κιµωλίες µε το δελτίο, πιο ακριβές κι απ' το γαρούφαλο. Βιβλία δεν είχαµε, το µάθηµα τ' αρπάζαµε από το στόµα του δάσκαλου. Μόλις τελείωνα µε την διδασκαλία, ξαµολιόµουνα στα χωράφια και έλεγα µεγαλοφώνως τι άκουσα. Το 'λεγα πολλές φορές.Αφού φχαριστιόµουνα, το ξανάρχιζα κι έβαζα και δικά µου µέσα, οτι µου 'ρχότανε.Το µεγάλωνα.Άµα µου άρεσε µια λέξη, µια φράση, την έλεγα και την ξανάλεγα.Κι όταν µε σήκωνε στο µάθηµα,του ξηγιόµουνα αβέρτα.
Εκεί όµως που πάθαινα µεγάλη ζηµιά ήταν µε τον Πάρι και την ωραία Ελένη. Τον Αγαµέµνονα. Ξέρξη. Δαρείο. Τους Άθλους του Ηρακλέους.Όπου εστεκόµουνα, αυτούς τους πατριώτες τους έβλεπα οµπρός µου.Και τις ναυµαχίες με πρώτη εκείνη που έλαβε χώρα στή Σαλαµίνα. Ετούτοι οι πρόγονοι πολύ µε συγκίνησαν.Ταίριαξαν µε την ψυχή µου. Ο δάσκαλος καταλάβαινε τι αντάρα γινόταν µέσα µου και µε είχε περί πολλού.
Ήµαστε ζόρικοι. Αλλά σ' εµένα δεν σήκωσε ποτές χέρι.Γιατί είχα έρωτα στα γράµµατα.
Τους άλλους τους µούρλαινε στις φάπες. Τους διάταξε, ο καθένας να φέρνει τη βέργα του. Και µε την βέργα του τον έδερνε. Να και τούτη, να και κείνη.Και του καρούλιαζε τα χέρια.
Όταν έµαθα την αλφαβήτα,γιόµισαν τα µάτια µου δάκρυα. μου κονόµησε ο πατέρας ένα µολύβι, εβρήκα κι ένα χαρτί άσπρο κι άρχισα να συνταιριάζω τις πρώτες λέξεις.Τις έγραφα και µετά τις διάβαζα φωναχτά.
Τι δε θα 'δινα να θυµηθώ την πρώτη λέξη που 'γραψα.
Αλάφρωσε η ψυχή µου από την φούντωση. Τα γράµµατα µου παίρναν την στενοχώρια.
Από µικρό παιδάκι στα βάσανα, εβλεπα τον πατέρα µου να δουλεύει,να κουράζεται. Αλλά το ψωµί δεν έφτανε. Πώς να θρέψει τρία παιδιά;Κι η µάνα µου µαρτύρησε να µας αναστήσει. Είχα κλίση στα γράµµατα. Κι όταν φτάσαµε σ' εκείνους, Βυζάντιο και τα ρέστα, ξανάπαθα ζηµιά.Όλους εκείνους τους αυτοκρατόρους,Κωνσταντινούπολη, Αγία Σοφιά. Έπεφτα να πλαγιάσω, αλλά πού ύπνος. Τα 'παιρνα απ' το δάσκαλο και τα 'φερνα στον ύπνο. Συντροφία. Ξαγρύπναγα και τα 'βλεπα. Κοιµόµανε και 'ρχόσανε στα όνειρα.
Βυζάντιο. Η άλωσις της Κωνσταντινουπόλεως. Εσηκωνόµουνε ως υπνοβάτης και ξέβγαινα όξω τες νύχτες, µπας και τους συναντήσω.Κι όλο ρώταγα το δάσκαλο εκείνα που σκεφτόµουνα, να πάρω απαντήσεις.
Αλλά δεν κράτησα πολύ τα γράµµατα. πριν τελειώσω την τέταρτη τάξη, το 1912, επήραν τον πατέρα µου στρατιώτη και άφησα το σχολείο για να πάµε µε τη µάνα µου σε δουλειά. Τρία µωρά στο σβέρκο. Εµένα, τον Λεονάρδο και τον Φραγκίσκο.Ήµανε ο µεγαλύτερος κι ήπρεπε να κονοµάµε.Από δουλειά σε δουλειά, εγίνηκα κι εφηµεριδοπώλης. Εξέκλεφτα χρόνο στις γωνιές και κλεφτά εδιάβαζα τα µεγάλα γράµµατα. Τους τίτλους.Κι εµάθαινα τα γραµµατάκια. Και τα καλλιεργούσα όπως όπως».

Απόσπασμα από την αυτοβιογραφία του Μάρκου Βαμβακάρη

Thursday, January 17, 2008

Για τα δικά μας που χάσαμε

Τι είχαμε έτσι και αλλιώς? Ο ένας είχε ένα σπίτι, ο άλλος ένα αυτοκίνητο. Και ποιο παλιά αν το σκεφτείς είχαμε ένα ποδήλατο ή ένα ρολόι. Τα αποχτήσαμε ένα απόγευμα και την άλλη μέρα ξυπνήσαμε και ανυπομονούσαμε να τα δούμε πάλι. Σαν πιτσιρικάδες παίζαμε μπουνιές στο ενδεχόμενο να τα στερηθούμε. Ήταν δικά μας – κατάδικά μας. Έτσι το αντιλαμβανόμασταν τότε.
Και πέρασαν τα χρόνια και τα πράγματα δεν άλλαξαν. Ακόμη είμαστε διατεθειμένοι να παίξουμε μπουνιές για κάτι δικό μας. Όχι για κάποιο ποδήλατο πλέον αλλά για κανένα αυτοκίνητο ή κανένα χωραφάκι άμα λάχει το συζητάμε…

Και έρχονται κάτι στιγμές που αρχίζεις να αμφισβητείς τα αυτονόητα. Ρίχνεις και μια κλεφτή ματιά τριγύρω να βεβαιωθείς. Αφού ρε μάγκα μου αυτά αλλάζουν χέρια συνεχώς – τι είναι δικά μας?

Ρε παιδιά, να, αλήθεια σας λέω, εγώ έχω ένα βίντεο που είναι εντελώς δικό μου. Όσες φορές και αν το δείτε, όσες φορές και αν το κατεβάσετε .

Γιατί είναι δικό μου, κατά-δικό μου.



Wednesday, January 02, 2008



Ευτυχισμένος ο Νέος Έτος
Μας ήρθε λοιπόν και το 2008. Ποιος θα το πίστευε? Από κάποια άποψη είναι λογικό δηλαδή. Ήρθε το 2006, μετά το 2007 ε… θα ερχόταν και το 2008. Του χρόνου είπαν ότι θα έρθει το 2009. Θα δούμε. Και πάει λέγοντας. Όχι για πολύ όμως. Το 2012 περιμένουν τον Αντίχριστο. Τότε θα έρθει και το τέλος του κόσμου. Και μετά από αυτό - συγκριμένα το 2024 - θα πάρουμε την Πόλη. Το’ πε ο γέροντας.

Πάνε δέκα χρόνια λοιπόν από την πρωτοχρονιά του 1998 όπου ανεβασμένος στην ταράτσα του σπιτιού μου έβλεπα τα πυροτεχνήματα του νέου χρόνου, όντας τύφλα από το μισό ποτήρι βότκα-πορτοκάλι που είχα πιεί. Για κάποιο περίεργο λόγο τείνω να μετράω τις σημαδιακές ημερομηνίες με δεκαετίες.
Οπ… ! Πρόβλημα – αφού είμαι μόνο τριάντα χρονών (και κάτι) πόσες δεκαετίες μπορώ να μετράω? Λύση – 3.
Λάθος- θεωρητικά ( και με την παραδοχή ότι δεν θυμάμαι τίποτα από τα 3 πρώτα χρόνια της ζωής μου) 17 δεκαετίες*.

Οκ, επιστροφή στο θέμα μας. Τα χρόνια περνάνε. Και κάθε χρόνο περνάνε και ποιο γρήγορα. Αυτό είναι καλό εφόσον αναφέρεται στην εργατική εβδομάδα. Αλλά δυστυχώς η μπάλα παίρνει και τα Σαββατοκύριακα και τις γιορτές. Κάποτε έκανα 2 βδομάδες διακοπές Χριστουγέννων – μετά μια βδομάδα και τώρα 4 μέρες. Και το χειρότερο, κατά το 2012 με την έλευση του Αντίχριστου φοβάμαι ότι θα τα καταργήσουν και αυτά. Και φυσικά ποιο ανώμαλο μυαλό θα σκεφτεί να γιορτάσει τον θάνατο και την ανάσταση του Ιησού άμα δεν έχει γεννηθεί νωρίτερα (πάει και το Πάσχα, γαμημένοι ρεβιζιονιστές….)

Αυτό που παραμένει ασαφές είναι η μοίρα του Δεκαπενταύγουστου. Αντίχριστος είναι, μπορεί να την κάνει να πέφτει κάθε Κυριακή, δεν ξέρεις..

Στο επόμενο επεισόδιο φωτός και βίντεο από τις διακοπές στην Πολωνία.

Cheers και Χρόνια Πολλά!


* ( 2007-1997, 2006-1996, 2005-1995…. 1990- 1980…κτλ..).