Tuesday, November 14, 2006


Μια εικόνα και 1000 λέξεις…



Μια ντουζίνα παιδιά, 14 με 20 χρόνων, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, μπρός στα σκαλοπάτια του παλιού σχολείου. Ζεστό βράδυ Αυγούστου, με τα μάτια καρφωμένα στον φακό που ετοιμάζετε να εχμαλωτίσει την εικόνα τους. Το μόνο που σχεδίαζαν ήταν πώς θα πανε από το ένα Αυγουστιάτικο πανηγύρι στο άλλο, καθόλου σχέδια για το αύριο.Άλλα σπουδάζαν ήδη, άλλα ετοιμάζονταν, άλλα με τον στρατό προ των πυλών, άλλα σε διακοπές, άλλα μόλις επέστρεψαν από τις δουλειές τους, άλλα με στεναχώριες, άλλα με λιγότερες όλοι όμως συνεπείς στο ραντεβού τους στην πλατεία, με τα μηχανάκια και τα αγροτικά τους και με αρκετή φασαρία που θα τρέλενε και τον κουφό του χωριού. Το Επισκοπικό είχε το καλύτερο πανηγύρι, από εκει που καθόμασταν μπορούσαμε να ακύμε τα κλαρίνα που έπαιζαν, είχαν βάλει λέει και γυρλάντες τα χρωματιστά φωτάκια πάνω στα πλατάνια και οι καρέκλες με τα τραπέζια είχαν γεμίσει τον κεντρικό δρόμο. Ένιωθες την δροσούλα και ήταν σίγουρο οτι το ξημέρωμα θα έβαζε κρύο, επιστρέφοντας πάνω στις καρότσες των αγροτικών έπρεπε να έχουμε ζακέτες μαζί μας.Εκείνη την στιγμή ήρθε και ο Τόλης με το μηχανάκι του, πάρκαρε καταμεσής στην πλατεία και εν μέσω χειροκροτημάτων κατέβηκε τρέχοντας για να χωθεί και αυτός στην φωτογραφία. Τώρα ήταν η στιγμή….
..
..
Κλίκ….


Με δυσκολία αναγνωρίζω τον εαυτό μου σε αυτή την φωτογραφία πια. Πιο εύκολα αναγνωρίζω τους άλλους παρά εμένα. Να ο Τάσος, η Δήμητρα, η Ντίνα, ο Βαγγέλης…. Αυτόν εδώ όμως δυσκολεύομαι να τον θυμηθώ. Ποιός ήταν, πώς μίλαγε, τι σχέδια είχε; Ο Τάσος παντεύτηκε και μένει μόνιμα εκεί, ο Χρήστος διευθύνει ένα κατάστημα της OPEL στην Κέρκυρα, η Ντίνα είναι στέλεχος της Cosmote, η Δήμητρα έχει έναν φούρνο στην Ραφήνα.... Αυτός εδώ τι να απέγινε άραγε;
Μια απλή φωτογραφία είναι και όμως τόσες πολλές ερωτήσεις. Μια φωτογραφία ανάμεσα σε ένα μάτσο άλλες, τις έχω δεί τόσες φορές, πάντα με την ίδια σειρά. Ακόμη και όταν την βγάζω στην άκρη και προσπαθώ να τις ξαναδώ, φτάνοντας η σειρά της περιμένω να την δώ πάλι και ας την έχω ξεχωρίσει από τις άλλες. Είναι όπως με τα τραγούδια μιας χιλιοπαιγμένης κασσέτας, η ίδια πάντα έκπληξη όταν ακούσεις ένα τραγούδι της στο ραδιόφωνο και δεν ακολουθήτε από το επόμενο της κασσέτας. Πάντα περιμένεις να το ακούσεις και ας ξέρεις οτι δεν θα έρθει. Και στην θέση του έρχεται αυτό το στιγμιαίο συναίσθημα της απογοήτευσης, μια απογοήτευση τόσο γλυκιά που απλώνεις τα χείλια να την βυζάξεις και μετά επανέρχεσαι στην πραγματικότητα έχωντας το ήδη ξεχάσει.
Δεκατρία ολόκληρα χρονια έχουν περάσει από εκείνη την νύχτα που χωρίς να ξέρω το πώς, πέρασα και εγώ με την σειρά μου μπρος από τον φακό.
Δεκατρία ολόκληρα χρόνια από εκείνο το βράδυ όπου μαζί με τον εαυτό μου μπροστά από τον φακό, έθετα χωρίς να το ξέρω και ένα ερώτημα, όχι το ερώτημα «ποίος είμαι και που πάω» αλλά «ποιός ήμουν και που πήγα», όχι το ερώτημα της ύπαρξης μου αλλά το ερώτημα της ίδιας μου της ανυπαρξίας, ένα ερώτημα τόσες φορές ερωτημένο όσο και το τραγούδι της χιλιοπαιγμένης κασσέτας – τόσο στιγμιαίο και πάντα τόσο προσδοκούμενο. Ίσως αυτό να είναι το δικό μου παράδοξο – το ένα και μοναδικό μου, τουλάχιστον μέχρι να αδείασω και το επόμενο ποτήρι κρασί....