Friday, October 20, 2006


«Στην αρχή νόμιζα ότι η Αθήνα ήταν στην Αμερική...»

... και πράγματι, όταν είσαι μικρό παιδί και μπαίνεις σε ένα αυτοκίνητο για να ξεκινήσεις ένα ταξίδι που περίμενες ένα χρόνο, το ταξίδι των διακοπών σου- ένα ταξίδι τόσο καλά σχεδιασμένο στο μυαλό σου και πάντα τόσο συνεπές στο ραντεβού του, σχεδόν όπως ο ερχομός των χελιδονιών κάθε χρόνο, τότε ναί, ακόμη και ο πιο κοντινός προορισμός μοιάζει να είναι στην Αμερική.
Και όσα χιλιόμετρα και αν έγραφαν οι ρόδες μονάχα όταν φτάναμε στο Ρίο και στεκόμασταν στην ουρά για να μπούμε στο φερυ μπόατ , τότε καταλάβαινα ότι η Αθήνα ήταν στην Αμερική,οτι εκείνο το εκνευριστικό παλιό τηλέφωνο μας που ήταν ικανό να ξεσηκώσει όλη την γειτονιά σε κάθε χτύπημα του, μπορούσε και αυτό να ηχεί τώρα και κανείς μας να μην το ακούει, ένα ακόμη σημάδι ότι ήμασταν σε διακοπές –ναι, τόσο μακριά όσο είναι και η Αμερική. Έπειτα, όταν το καραβάκι άραζε στο Αντίριο και αντικρίζαμε το κάστρο του , για μένα ήταν λες και είχα μόλις διασχίσει τον Ατλαντικό και πιάναμε πάλι στεριά για να συνεχίσουμε το μακρύ ταξίδι μας.Από εκεί , μας περίμεναν τα Κλεισορρεύματα με το επιβλητικό του πέρασμα, αμέσως μετά η πόλη του Αγρινίου – τόσο ζεστή που νιώθαμε τα ρούχα να κολάνε απάνω μας, το Μακρυνόρος με τις 76 απανωτές στροφές του και μετά ανοίγαμε για το Μενίδι, την Άρτα και μετά για τον νομό Ιωαννίνων. Και θαρρείς σαν από αστείο, μόλις συναντάς την πρώτη μεγάλη πινακίδα που λέει «Καλώς ήλθατε στον νομό Ιωαννίνων», όλη η φύση μεταμορφώνεται σε καταπράσινη, πανύψηλα πλατάνια και βελανιδιές σε συντροφεύουν κατά μήκος του Λούρου και ύστερα καθόλη την διάρκεια της ορεινής διαδρομής μέχρι πού πιάνεις την ευθεία πάνω στο οροπέδιο για να δεις κάπου στο βάθος την Γη της Επαγγελίας, τα Γιάννενα. Και ήταν το ταξίδι ,σκέπτομαι πολλές φορές, αυτό που άξιζε περισσότερο γιατί και όταν ήμουν μες στο σπίτι πάλι για τον δρόμο ξεκινούσα. Και ήταν πάλι το ταξίδι εκείνο που με συνέπαιρνε όταν με δάκρυα στα μάτια έμπαινα στο αμάξι για να αποχαιρετίσω τα πολυαγαπημένα μου Γιάννενα και να επιστρέψω στη Γη της Απαγγελίας – γιατί κάθε προορισμός είναι μια Γη της Απαγγελίας – πάλι με τα δένδρα συντροφιά, πάλι στο Αγρίνιο, πάλι να διασχίσω τον Ατλαντικό μου και να περάσω απέναντι κρυφοκλαίγοντας – γιατί μερικές φορές οι μεγάλοι δεν καταλαβαίνουν από τέτοια, για αυτούς ο ένας χρόνος περνάει πιο γρήγορα –και όταν σιγά σιγά αράζαμε από την Κακιά Σκάλα και αντικρίζαμε το γκρίζο νέφος που σκέπαζε τον Σκαραμαγκά ήταν λες και η πόλη κρυφογελούσε για τον γυρισμό μας.
Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις άνοιγα την πόρτα του σπιτιού μου ήταν να μυρίσω εκείνη την μυρωδιά του από καιρό κλειστού σπιτιού, μια μυρωδιά που επισκεπτόταν το σπίτι μας μόνο μια φορά τον χρόνο και διαρκούσε μονάχα λίγα λεπτά. Τρέχοντας άνοιγα την πόρτα της κουζίνας για να αντικρύσω τον κήπο μας. Μέσα σε λίγες μέρες απουσίας έβλεπες πόσο είχε αλλάξει. Οι φασουλιές είχαν μεγαλώσει μέσα σε μια νύχτα και ανέβαιναν ως την κληματαριά που είχε κρεμάσει με την σειρά της το στέμμα της , μεγάλα κατακόκκινα σταφύλια με ένα σμήνος από σφήγκες να το περιφρουρούν, μεθυσμένες από τους χυμούς του και πετώντας σε ακαθόριστες τροχιές. Εκεί, στο διπλανό το σπίτι, η ξαδέλφη μου έβγαινε να μας καλωσορίσει, κρατώντας μια σκούπα και κυνηγώντας τις σφήκες στις οποίες τύχαινε να είναι αλλεργική, φωνάζοντας και ξεστομίζοντας βαριές κατάρες για την τύχη της κάθε μίας ξεχωριστά. Έτσι κάθε καλοκαίρι, ο κήπος μας ήταν ένα μέτρο της απουσίας μας, ένα «διακοπόμετρο», που μας υπενθύμιζε πόσο λείπαμε και ταυτόχρονα βλέποντας τον έτσι φουντωμένο και γεμάτο άνθη συνειδητοποιούσαμε ότι το μακρύ ταξίδι της επιστροφής είχε πια τελειώσει και συνάμα ότι ένα άλλο μεγάλο ταξίδι είχε μόλις ξεκινήσει – ένα ταξίδι νοσταλγίας και καθημερινού ονειροπολήματος που διαρκούσε σχεδόν ένα χρόνο, μέχρι την στιγμή που θα ξανακάναμε βαλίτσα για να βρεθούμε στα Γιάννενα. Γιατί τα Γιάννενα είναι ωραία όταν είσαι στην Αθήνα, και η Αθήνα είναι ωραία όμως, αλλά μόνο όταν δεν είσαι εκεί...
Όμως μαζί με τις διακοπές τελείωνε και το καλοκαίρι και ερχόταν εκείνη η περίεργη εποχή του χρόνου που δεν ξέρεις πώς να αισθανθείς. Έτσι και εγώ βρισκόμουν κάπου εγκλωβισμένος μεταξύ της χαράς του ανταμώματος με τους φίλους μου, την έναρξη του σχολείου ( όσο και αν το σιχαινόμουν αργότερα) όπου θα βρισκόμασταν όλοι μαζί και θα λέγαμε τόσα και τόσα από τις διακοπές μας. Μάλιστα μερικά από τα ποιό αγαπημένα μου ψέματα τα έλεγα τότε, τόσο αγαπημένα πού τα διηγούμαι ακόμη και τώρα με τον ίδιο ενθουσιασμό, λες και έγιναν στα αλήθεια. Και ξαφνικά ερχόταν αυτή η σιωπή στην παρέα μας, μια σιωπή σταλμένη από την ιδία στεναχώρια για το καλοκαίρι που έφυγε, και μόνο όταν ο πιο ψυχικά δυνατός πεταγόταν να πει «Άντε, και του χρόνου πάλι» η κουβέντα μας συνεχιζόταν πάλι. Αλλά ολονών το βλέμμα κοίταγε προς μια πλευρά του ορίζοντα, ποτέ τον άλλον που μιλούσε, θαρρείς ότι έψαχνε να βρει το σημείο από το οποίο μόλις είχε επιστρέψει...
Όταν πριν από λίγες μέρες μπήκα μέσα σε ένα αεροπλάνο πάλι για να συναντήσω «αυτό το βλέμμα το γαλάζιο», μέσα σε αυτό το ψυχικό μίξερ που ανακάτευε διαρκώς και εντόνως όλων των λογιών τα συναισθήματα κάπου υπήρχε και αυτό το συναίσθημα της λύπης, ότι αυτή η καλοκαιρινή διαδρομή «αναβάλετε επ’ αόριστον» όπως ακριβώς οι εκπομπές της παλιάς ΕΡΤ-2 . Κάπου εκεί ψηλά, πάνω από τα σύννεφα μπορούσα με μια ματιά να δώ τον Ατλαντικό μου να χωρεί μέσα στην χούφτα μου, τα επιβλητικά Κλεισορρεύματα ίσα που να φαίνονται και το Αγρίνιο έμοιαζε με μα ζωγραφιά καμωμένη από παιδικό χέρι, κουτάκια άταχτα τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Και όταν μετά από λίγο και λίγο πιο πέρα άρχισε να φαίνεται η λίμνη των Ιωαννίνων, Το Ασλάν Πασα Τζαμί, ο Μόλος και το Ιτς Καλέ, ήταν τότε που κατάλαβα πόσο μικρός είναι ο κόσμος, τόσο μικρός που δεν χώραγε πια ούτε τον αναστεναγμό μου, τρείς παλάμες δρόμος πάνω στον χάρτη.
Σκέπτομαι μήπως θα ήταν καλύτερα να ξεκίναγα αυτό το post με την φράση « Στην αρχή νόμιζα ότι το Εδιμβούργο είναι στην Αμερική» γιατί και το Εδιμβούργο όπως το κοιτάω τώρα στο χάρτη τρείς παλάμες δρόμος είναι. Αλλά σκέπτομαι ότι τώρα το «κατοικείν» είναι πολύ μεγαλύτερο του «ταξιδεύειν» οπότε δεν έχω να σας διηγηθώ και κάτι από όλη αυτή την διαδρομή. Αλλά μήπως και το «κατοκείν» δεν είναι μια διαδρομή? Μια διαδρομή σε έναν χάρτη αβέβαιο και μυστηριώδη, στον χάρτη της Ζωής με το «Ζ» κεφαλαίο παρακαλώ...

Sunday, October 01, 2006



Από την μπάλα του μπάσκετ στην βαλιτσα



Εκείνο το απίθανο καλοκαίρι του ’91 θα το θυμάμαι κυρίως για τους σχολικούς μαθητικούς αγώνες. Έχοντας έρθει 2 χρόνια νωρίτερα από μια τέταρτη θέση στους σχολικούς αγώνες δημοτικών σχολείων, προσπαθώντας να ξεπεράσω το μισσαλόδοξο μίσος μου εναντίων των Αθίγγανων – δεν πρόκειται να ξεχάσω το γεγονός ότι ο Σάκης Ο Γύφτος είχε προτιμήσει να παίξει κλαρίνο στο τοπικό πανηγύρι από το να ενισχύσει την (μέχρι τότε αήττητη) ομάδα μας, στερώντας την έτσι από τον δεύτερο ψηλότερο παίχτη της – επιδόθηκα με πάθος να περάσουμε με την τάξη μας στους τελικούς του σχολίου μας όπου θα αντιμετωπίζαμε μία από τις τάξεις της 3ής γυμνασίου.

Εκείνος ο αγώνας με το Β2 τα είχε όλα, ξύλο, τρίποντα και εμένα να αστοχώ στην τελευταία προσπάθεια πριν χτυπήσει το κουδούνι. Οοο, τι έκπληξη είχαμε χάσει και είχα μείνει με την μπάλα στα χέρια όπου – όπως και ο Φασούλας μετά την Νάντ – την κλώτσησα προς τον πλησιέστερο τοίχο, ο οποίος ανταπέδωσε την καλοσύνη μου επιστρέφοντας την πίσω και βρίσκοντας με σε ακατάλληλο σημείο. Κάπου εκεί, ξάπλα στο προαύλιο και μισολιπόθυμος, η ποιο όμορφη κοπέλα της τάξης ήρθε και στάθηκε από πάνω μου λέγοντας « Δεν πειράζει ρε’συ, έκανες ότι μπορούσες». Και εκείνη την απίστευτη στιγμή, ξάπλα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο, ανακάλυψα ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ. Λίγο αργότερα για να αποζημιωθώ για την ήττα μας και να τονώσω τον ναρκισσισμό μου βγήκα 3ος στην σφαιροβολία ( επί συνόλου τριών συμμετασχόντων).

Από τότε πέρασε πολύ νερό στο αυλάκι,με το μπάσκετ δεν τα κατάφερα,η σφαιροβολία (με λίγη βοήθεια της Νευτώνειας Μηχανικής) έπιασε πάτο,στο σχολείο πήγαινα σπρώχνοντας αλλά τα κατάφερα κάπως με την φωτογραφία,μετά ήρθε η σχολή όπου έμαθα τι είναι ο υπολογιστής, μετά ήρθε ο στρατός ( ) όπου με βοήθησε να το ξεχάσω, μετά ήρθε η ΔΕΠΑ, μετά ήρθαν τα ταξιδάκια μου είς ανατολάς και τώρα ήρθε η ώρα μου να μαζέψω πάλι βαλίτσα. Αυτή την φορά το αισθάνομαι ως κάτι διαφορετικό όμως, κάτι τόσο διαφορετικό όσο και εκείνη την στιγμή όπου ξάπλα στο προαύλιο του σχολείου έκανα καθυστερημένα την ανακάλυψη της ζωής μου – την πραγματικά πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου – όντας τώρα έτοιμος να ξημερώσω την δεύτερη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου παρέα με τις ευχές σας και την συντροφιά του ποιο γλυκού ανθρώπου στην γη.

Καλά να περνάτε …

Υ.Γ. Ο Καραγκιόζης είναι registered trademark του Ελληνικού στρατού και απαγορεύεται η άνευ αδείας χρησιμοποίηση του.