Sunday, December 31, 2006

Τραγούδι της ταβέρνας



Πάρε μαχαίρι κόψε με και ρίξε τα κομμάτια μου,
/μάτια μου!/
και ρίξ'τα μέσα στο γιαλό.

Απ' τη στιγμή που μ' άφησες τον κόσμο αυτό σιχάθηκα,
/ χάθηκα/
και δεν ελπίζω πια καλό.

Αν βάζεις τώρα τ' άσπρα σου και τα μαλαματένια σου,
/ έννοια σου,/
θαρθεί καιρός που θα θρηνείς,/
που θα σταθείς στο μνήμα μου να πεις ένα παράπονο,
/ κι άπονο/
θα μ' εύρεις όσο κι αν πονείς./

Πάρε φωτιά και κάψε με κι αντάμα με τη στάχτη μου
/ τ' άχτι μου/
μες στα πελάγη να σκορπάς,/
να μη σε βρει το κρίμα μου, μαργιόλα μου Ηπειρώτισσα,
/ ρώτησα/
και μού'παν άλλον αγαπάς

Tuesday, December 26, 2006



ΕΛΛΑΔΟΓΡΑΦΙΑ

Τω καιρώ εκείνω ο ακμαιότερος κλάδος της πελασγικής δρυός εκάλυπτε τρεις οικισμούς πέριξ του μυστηριώδους Βράχου της Ακροπόλεως. Αλλά μετά τα δραματικά γεγονότα της Μεσοποταμίας, τα οποία οδήγησαν εις την έξωσιν των πρωτοπλάστων εκ της κοιλάδος του Τίγρεως και προεκάλεσαν σύγχυσιν εις τα φρένας των ανθρώπων, οι οικισμοί των Αθηνών ήρχισαν να πληθύνονται παραλόγως. Αποτέλεσμα υπήρξεν η αλματώδης επέκτασις της πόλεως και η δημιουργία του λεγόμενου άστεως, το οποίον κατά τους αρχαιοπλήκτους ιστορικούς εμεγαλούργησε και περιεβλήθη την αίγλην της αιωνιότητος.

Επίσκοποι και προεστοί

κατακτητές και στρατηλάτες

επαναστάτες και αστοί

της ιστορίας οι πελάτες.

Αλλά οι αρχαίοι Θεοί, εν τη μερίμνη των δια τα υπόλοιπα πελεσγικά φύλα, απεφάσισαν την βαθμιαίαν κατάρρευσιν των Αθηνών ως ηγέτιδος πόλεως και την απαλλαγήν του Ελληνισμού, ως εθνικού πλέον συνόλου, εκ των κινδύνων του συγκεντρωτισμού. Κατά τους επομένους μακρούς αιώνας κατεβλήθησαν αρκεταί προσπάθειαι δια την αναβίωσιν του παλαιού άστεως, αλλ΄ αύται απέβησαν άκαρποι. Ευτυχώς δε, διότι κατά την νεωτέραν και σκληροτέραν δοκιμασίαν του γένους, ή εκ νέου κυριαρχία των Αθηνών θα απεδυνάμωνε τας κορυφάς και τας πεδιάδας της πελασγικής γης, αι οποίαι διεμόρφωσαν την οριστικήν φυσιογνωμίαν της φυλής και κατηύγασαν δι΄ ανεσπέρου φωτός τους ομιχλώδεις ορίζοντας της περιδεούς ανθρωπότητος.

Στο Σούλι και στην Αλαμάνα

κάναμε φως τη συμφορά.

Θα μας θυμούνται τάχα

μάνα καμιά φορά;

Ματαία ελπίς. Ουδείς τους ενεθυμήθη ως ζώσας αιωνιότητας, ουδείς τους κατενόησεν εις τας πραγματικάς των διαστάσεις. Και αι Αθήναι, καταστάσαι πρωτεύουσα του νεοπαγούς κράτους, ήρχισαν να προετοιμάζονται δια την εκ νέου απορρόφησιν της ικμάδος του έθνους. Αλλά η προγονική κληρονομία δεν είχεν εξ ολοκλήρου σπαταληθεί, και οι μεταγενέστεροι αδελφοί του Μικρού Χορμόπουλου εκ των Ηπειρωτικών ορέων και εξ΄ όλων των στενωπών της αθανάτου πατρίδος, διέπλευσαν την Αχερουσίαν της μοίρας των με την γαλήνην του μαρτυρίου και της θυσίας. Και τα βαρβαρικά έθνη ηπόρησαν και κατ΄ ιδίαν εκάγχασαν - ακριβώς όπως αι Αθήναι.

Χτυπάτε της οργής προφήτες

καμπάνα στην Καισαριανή

να ΄ρθουν απόψε οι Διστομίτες

να ΄ρθουν κι οι Καλαβρυτινοί

με σπαραγμό κι απελπισία

για τη χαμένη τους θυσία.

Άραγε είναι αληθές ότι η θυσία των απέβη επί ματαίω; Ουδείς δύναται να αποφανθεί μετά βεβαιότητος και ουδείς δύναται να προεξοφλήσει το μέλλον διότι η ιστορία των ανθρώπων είναι μια συνεχής παλινδρόμησις. Αλλά με την διαρκώς ογκουμένην υπερτροφίαν της Αττικής αι προοπτικαί διαγράφονται σκοτειναί. Οι αρχαίοι Θεοί δεν υπάρχουν πλέον δια να δώσουν την λύσιν, και ούτω, θάττον ή βράδιον, αι Αθήναι θα συγκεντρώσουν εις τους κόλπους των και θα εξαφανίσουν δια παντός την Ελληνικήν αρετήν, ως ο Κρόνος εις το απώτατον παρελθόν κατέτρωγε τα ίδια αυτού τέκνα ή ως ο Ήλιος εις το απώτατον μέλλον θα συγκεντρώσει εις τας αγκάλας του τους πλανήτας του και θα καταβροχθίσει αυτούς! Γένοιτο! και εις τους αιώνας των αιώνων αμήν.

Πότε θ΄ ανθίσουνε τούτοι οι τόποι;

Πότε θα ΄ρθούνε καινούργιοι άνθρώποι

να συνοδεύσουνε τη βλακεία

στην τελευταία της κατοικία;

Tuesday, November 14, 2006


Μια εικόνα και 1000 λέξεις…



Μια ντουζίνα παιδιά, 14 με 20 χρόνων, στοιβαγμένα το ένα πάνω στο άλλο, μπρός στα σκαλοπάτια του παλιού σχολείου. Ζεστό βράδυ Αυγούστου, με τα μάτια καρφωμένα στον φακό που ετοιμάζετε να εχμαλωτίσει την εικόνα τους. Το μόνο που σχεδίαζαν ήταν πώς θα πανε από το ένα Αυγουστιάτικο πανηγύρι στο άλλο, καθόλου σχέδια για το αύριο.Άλλα σπουδάζαν ήδη, άλλα ετοιμάζονταν, άλλα με τον στρατό προ των πυλών, άλλα σε διακοπές, άλλα μόλις επέστρεψαν από τις δουλειές τους, άλλα με στεναχώριες, άλλα με λιγότερες όλοι όμως συνεπείς στο ραντεβού τους στην πλατεία, με τα μηχανάκια και τα αγροτικά τους και με αρκετή φασαρία που θα τρέλενε και τον κουφό του χωριού. Το Επισκοπικό είχε το καλύτερο πανηγύρι, από εκει που καθόμασταν μπορούσαμε να ακύμε τα κλαρίνα που έπαιζαν, είχαν βάλει λέει και γυρλάντες τα χρωματιστά φωτάκια πάνω στα πλατάνια και οι καρέκλες με τα τραπέζια είχαν γεμίσει τον κεντρικό δρόμο. Ένιωθες την δροσούλα και ήταν σίγουρο οτι το ξημέρωμα θα έβαζε κρύο, επιστρέφοντας πάνω στις καρότσες των αγροτικών έπρεπε να έχουμε ζακέτες μαζί μας.Εκείνη την στιγμή ήρθε και ο Τόλης με το μηχανάκι του, πάρκαρε καταμεσής στην πλατεία και εν μέσω χειροκροτημάτων κατέβηκε τρέχοντας για να χωθεί και αυτός στην φωτογραφία. Τώρα ήταν η στιγμή….
..
..
Κλίκ….


Με δυσκολία αναγνωρίζω τον εαυτό μου σε αυτή την φωτογραφία πια. Πιο εύκολα αναγνωρίζω τους άλλους παρά εμένα. Να ο Τάσος, η Δήμητρα, η Ντίνα, ο Βαγγέλης…. Αυτόν εδώ όμως δυσκολεύομαι να τον θυμηθώ. Ποιός ήταν, πώς μίλαγε, τι σχέδια είχε; Ο Τάσος παντεύτηκε και μένει μόνιμα εκεί, ο Χρήστος διευθύνει ένα κατάστημα της OPEL στην Κέρκυρα, η Ντίνα είναι στέλεχος της Cosmote, η Δήμητρα έχει έναν φούρνο στην Ραφήνα.... Αυτός εδώ τι να απέγινε άραγε;
Μια απλή φωτογραφία είναι και όμως τόσες πολλές ερωτήσεις. Μια φωτογραφία ανάμεσα σε ένα μάτσο άλλες, τις έχω δεί τόσες φορές, πάντα με την ίδια σειρά. Ακόμη και όταν την βγάζω στην άκρη και προσπαθώ να τις ξαναδώ, φτάνοντας η σειρά της περιμένω να την δώ πάλι και ας την έχω ξεχωρίσει από τις άλλες. Είναι όπως με τα τραγούδια μιας χιλιοπαιγμένης κασσέτας, η ίδια πάντα έκπληξη όταν ακούσεις ένα τραγούδι της στο ραδιόφωνο και δεν ακολουθήτε από το επόμενο της κασσέτας. Πάντα περιμένεις να το ακούσεις και ας ξέρεις οτι δεν θα έρθει. Και στην θέση του έρχεται αυτό το στιγμιαίο συναίσθημα της απογοήτευσης, μια απογοήτευση τόσο γλυκιά που απλώνεις τα χείλια να την βυζάξεις και μετά επανέρχεσαι στην πραγματικότητα έχωντας το ήδη ξεχάσει.
Δεκατρία ολόκληρα χρονια έχουν περάσει από εκείνη την νύχτα που χωρίς να ξέρω το πώς, πέρασα και εγώ με την σειρά μου μπρος από τον φακό.
Δεκατρία ολόκληρα χρόνια από εκείνο το βράδυ όπου μαζί με τον εαυτό μου μπροστά από τον φακό, έθετα χωρίς να το ξέρω και ένα ερώτημα, όχι το ερώτημα «ποίος είμαι και που πάω» αλλά «ποιός ήμουν και που πήγα», όχι το ερώτημα της ύπαρξης μου αλλά το ερώτημα της ίδιας μου της ανυπαρξίας, ένα ερώτημα τόσες φορές ερωτημένο όσο και το τραγούδι της χιλιοπαιγμένης κασσέτας – τόσο στιγμιαίο και πάντα τόσο προσδοκούμενο. Ίσως αυτό να είναι το δικό μου παράδοξο – το ένα και μοναδικό μου, τουλάχιστον μέχρι να αδείασω και το επόμενο ποτήρι κρασί....

Friday, October 20, 2006


«Στην αρχή νόμιζα ότι η Αθήνα ήταν στην Αμερική...»

... και πράγματι, όταν είσαι μικρό παιδί και μπαίνεις σε ένα αυτοκίνητο για να ξεκινήσεις ένα ταξίδι που περίμενες ένα χρόνο, το ταξίδι των διακοπών σου- ένα ταξίδι τόσο καλά σχεδιασμένο στο μυαλό σου και πάντα τόσο συνεπές στο ραντεβού του, σχεδόν όπως ο ερχομός των χελιδονιών κάθε χρόνο, τότε ναί, ακόμη και ο πιο κοντινός προορισμός μοιάζει να είναι στην Αμερική.
Και όσα χιλιόμετρα και αν έγραφαν οι ρόδες μονάχα όταν φτάναμε στο Ρίο και στεκόμασταν στην ουρά για να μπούμε στο φερυ μπόατ , τότε καταλάβαινα ότι η Αθήνα ήταν στην Αμερική,οτι εκείνο το εκνευριστικό παλιό τηλέφωνο μας που ήταν ικανό να ξεσηκώσει όλη την γειτονιά σε κάθε χτύπημα του, μπορούσε και αυτό να ηχεί τώρα και κανείς μας να μην το ακούει, ένα ακόμη σημάδι ότι ήμασταν σε διακοπές –ναι, τόσο μακριά όσο είναι και η Αμερική. Έπειτα, όταν το καραβάκι άραζε στο Αντίριο και αντικρίζαμε το κάστρο του , για μένα ήταν λες και είχα μόλις διασχίσει τον Ατλαντικό και πιάναμε πάλι στεριά για να συνεχίσουμε το μακρύ ταξίδι μας.Από εκεί , μας περίμεναν τα Κλεισορρεύματα με το επιβλητικό του πέρασμα, αμέσως μετά η πόλη του Αγρινίου – τόσο ζεστή που νιώθαμε τα ρούχα να κολάνε απάνω μας, το Μακρυνόρος με τις 76 απανωτές στροφές του και μετά ανοίγαμε για το Μενίδι, την Άρτα και μετά για τον νομό Ιωαννίνων. Και θαρρείς σαν από αστείο, μόλις συναντάς την πρώτη μεγάλη πινακίδα που λέει «Καλώς ήλθατε στον νομό Ιωαννίνων», όλη η φύση μεταμορφώνεται σε καταπράσινη, πανύψηλα πλατάνια και βελανιδιές σε συντροφεύουν κατά μήκος του Λούρου και ύστερα καθόλη την διάρκεια της ορεινής διαδρομής μέχρι πού πιάνεις την ευθεία πάνω στο οροπέδιο για να δεις κάπου στο βάθος την Γη της Επαγγελίας, τα Γιάννενα. Και ήταν το ταξίδι ,σκέπτομαι πολλές φορές, αυτό που άξιζε περισσότερο γιατί και όταν ήμουν μες στο σπίτι πάλι για τον δρόμο ξεκινούσα. Και ήταν πάλι το ταξίδι εκείνο που με συνέπαιρνε όταν με δάκρυα στα μάτια έμπαινα στο αμάξι για να αποχαιρετίσω τα πολυαγαπημένα μου Γιάννενα και να επιστρέψω στη Γη της Απαγγελίας – γιατί κάθε προορισμός είναι μια Γη της Απαγγελίας – πάλι με τα δένδρα συντροφιά, πάλι στο Αγρίνιο, πάλι να διασχίσω τον Ατλαντικό μου και να περάσω απέναντι κρυφοκλαίγοντας – γιατί μερικές φορές οι μεγάλοι δεν καταλαβαίνουν από τέτοια, για αυτούς ο ένας χρόνος περνάει πιο γρήγορα –και όταν σιγά σιγά αράζαμε από την Κακιά Σκάλα και αντικρίζαμε το γκρίζο νέφος που σκέπαζε τον Σκαραμαγκά ήταν λες και η πόλη κρυφογελούσε για τον γυρισμό μας.
Το πρώτο πράγμα που έκανα μόλις άνοιγα την πόρτα του σπιτιού μου ήταν να μυρίσω εκείνη την μυρωδιά του από καιρό κλειστού σπιτιού, μια μυρωδιά που επισκεπτόταν το σπίτι μας μόνο μια φορά τον χρόνο και διαρκούσε μονάχα λίγα λεπτά. Τρέχοντας άνοιγα την πόρτα της κουζίνας για να αντικρύσω τον κήπο μας. Μέσα σε λίγες μέρες απουσίας έβλεπες πόσο είχε αλλάξει. Οι φασουλιές είχαν μεγαλώσει μέσα σε μια νύχτα και ανέβαιναν ως την κληματαριά που είχε κρεμάσει με την σειρά της το στέμμα της , μεγάλα κατακόκκινα σταφύλια με ένα σμήνος από σφήγκες να το περιφρουρούν, μεθυσμένες από τους χυμούς του και πετώντας σε ακαθόριστες τροχιές. Εκεί, στο διπλανό το σπίτι, η ξαδέλφη μου έβγαινε να μας καλωσορίσει, κρατώντας μια σκούπα και κυνηγώντας τις σφήκες στις οποίες τύχαινε να είναι αλλεργική, φωνάζοντας και ξεστομίζοντας βαριές κατάρες για την τύχη της κάθε μίας ξεχωριστά. Έτσι κάθε καλοκαίρι, ο κήπος μας ήταν ένα μέτρο της απουσίας μας, ένα «διακοπόμετρο», που μας υπενθύμιζε πόσο λείπαμε και ταυτόχρονα βλέποντας τον έτσι φουντωμένο και γεμάτο άνθη συνειδητοποιούσαμε ότι το μακρύ ταξίδι της επιστροφής είχε πια τελειώσει και συνάμα ότι ένα άλλο μεγάλο ταξίδι είχε μόλις ξεκινήσει – ένα ταξίδι νοσταλγίας και καθημερινού ονειροπολήματος που διαρκούσε σχεδόν ένα χρόνο, μέχρι την στιγμή που θα ξανακάναμε βαλίτσα για να βρεθούμε στα Γιάννενα. Γιατί τα Γιάννενα είναι ωραία όταν είσαι στην Αθήνα, και η Αθήνα είναι ωραία όμως, αλλά μόνο όταν δεν είσαι εκεί...
Όμως μαζί με τις διακοπές τελείωνε και το καλοκαίρι και ερχόταν εκείνη η περίεργη εποχή του χρόνου που δεν ξέρεις πώς να αισθανθείς. Έτσι και εγώ βρισκόμουν κάπου εγκλωβισμένος μεταξύ της χαράς του ανταμώματος με τους φίλους μου, την έναρξη του σχολείου ( όσο και αν το σιχαινόμουν αργότερα) όπου θα βρισκόμασταν όλοι μαζί και θα λέγαμε τόσα και τόσα από τις διακοπές μας. Μάλιστα μερικά από τα ποιό αγαπημένα μου ψέματα τα έλεγα τότε, τόσο αγαπημένα πού τα διηγούμαι ακόμη και τώρα με τον ίδιο ενθουσιασμό, λες και έγιναν στα αλήθεια. Και ξαφνικά ερχόταν αυτή η σιωπή στην παρέα μας, μια σιωπή σταλμένη από την ιδία στεναχώρια για το καλοκαίρι που έφυγε, και μόνο όταν ο πιο ψυχικά δυνατός πεταγόταν να πει «Άντε, και του χρόνου πάλι» η κουβέντα μας συνεχιζόταν πάλι. Αλλά ολονών το βλέμμα κοίταγε προς μια πλευρά του ορίζοντα, ποτέ τον άλλον που μιλούσε, θαρρείς ότι έψαχνε να βρει το σημείο από το οποίο μόλις είχε επιστρέψει...
Όταν πριν από λίγες μέρες μπήκα μέσα σε ένα αεροπλάνο πάλι για να συναντήσω «αυτό το βλέμμα το γαλάζιο», μέσα σε αυτό το ψυχικό μίξερ που ανακάτευε διαρκώς και εντόνως όλων των λογιών τα συναισθήματα κάπου υπήρχε και αυτό το συναίσθημα της λύπης, ότι αυτή η καλοκαιρινή διαδρομή «αναβάλετε επ’ αόριστον» όπως ακριβώς οι εκπομπές της παλιάς ΕΡΤ-2 . Κάπου εκεί ψηλά, πάνω από τα σύννεφα μπορούσα με μια ματιά να δώ τον Ατλαντικό μου να χωρεί μέσα στην χούφτα μου, τα επιβλητικά Κλεισορρεύματα ίσα που να φαίνονται και το Αγρίνιο έμοιαζε με μα ζωγραφιά καμωμένη από παιδικό χέρι, κουτάκια άταχτα τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο. Και όταν μετά από λίγο και λίγο πιο πέρα άρχισε να φαίνεται η λίμνη των Ιωαννίνων, Το Ασλάν Πασα Τζαμί, ο Μόλος και το Ιτς Καλέ, ήταν τότε που κατάλαβα πόσο μικρός είναι ο κόσμος, τόσο μικρός που δεν χώραγε πια ούτε τον αναστεναγμό μου, τρείς παλάμες δρόμος πάνω στον χάρτη.
Σκέπτομαι μήπως θα ήταν καλύτερα να ξεκίναγα αυτό το post με την φράση « Στην αρχή νόμιζα ότι το Εδιμβούργο είναι στην Αμερική» γιατί και το Εδιμβούργο όπως το κοιτάω τώρα στο χάρτη τρείς παλάμες δρόμος είναι. Αλλά σκέπτομαι ότι τώρα το «κατοικείν» είναι πολύ μεγαλύτερο του «ταξιδεύειν» οπότε δεν έχω να σας διηγηθώ και κάτι από όλη αυτή την διαδρομή. Αλλά μήπως και το «κατοκείν» δεν είναι μια διαδρομή? Μια διαδρομή σε έναν χάρτη αβέβαιο και μυστηριώδη, στον χάρτη της Ζωής με το «Ζ» κεφαλαίο παρακαλώ...

Sunday, October 01, 2006



Από την μπάλα του μπάσκετ στην βαλιτσα



Εκείνο το απίθανο καλοκαίρι του ’91 θα το θυμάμαι κυρίως για τους σχολικούς μαθητικούς αγώνες. Έχοντας έρθει 2 χρόνια νωρίτερα από μια τέταρτη θέση στους σχολικούς αγώνες δημοτικών σχολείων, προσπαθώντας να ξεπεράσω το μισσαλόδοξο μίσος μου εναντίων των Αθίγγανων – δεν πρόκειται να ξεχάσω το γεγονός ότι ο Σάκης Ο Γύφτος είχε προτιμήσει να παίξει κλαρίνο στο τοπικό πανηγύρι από το να ενισχύσει την (μέχρι τότε αήττητη) ομάδα μας, στερώντας την έτσι από τον δεύτερο ψηλότερο παίχτη της – επιδόθηκα με πάθος να περάσουμε με την τάξη μας στους τελικούς του σχολίου μας όπου θα αντιμετωπίζαμε μία από τις τάξεις της 3ής γυμνασίου.

Εκείνος ο αγώνας με το Β2 τα είχε όλα, ξύλο, τρίποντα και εμένα να αστοχώ στην τελευταία προσπάθεια πριν χτυπήσει το κουδούνι. Οοο, τι έκπληξη είχαμε χάσει και είχα μείνει με την μπάλα στα χέρια όπου – όπως και ο Φασούλας μετά την Νάντ – την κλώτσησα προς τον πλησιέστερο τοίχο, ο οποίος ανταπέδωσε την καλοσύνη μου επιστρέφοντας την πίσω και βρίσκοντας με σε ακατάλληλο σημείο. Κάπου εκεί, ξάπλα στο προαύλιο και μισολιπόθυμος, η ποιο όμορφη κοπέλα της τάξης ήρθε και στάθηκε από πάνω μου λέγοντας « Δεν πειράζει ρε’συ, έκανες ότι μπορούσες». Και εκείνη την απίστευτη στιγμή, ξάπλα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο, ανακάλυψα ΤΑ ΚΟΡΙΤΣΙΑ. Λίγο αργότερα για να αποζημιωθώ για την ήττα μας και να τονώσω τον ναρκισσισμό μου βγήκα 3ος στην σφαιροβολία ( επί συνόλου τριών συμμετασχόντων).

Από τότε πέρασε πολύ νερό στο αυλάκι,με το μπάσκετ δεν τα κατάφερα,η σφαιροβολία (με λίγη βοήθεια της Νευτώνειας Μηχανικής) έπιασε πάτο,στο σχολείο πήγαινα σπρώχνοντας αλλά τα κατάφερα κάπως με την φωτογραφία,μετά ήρθε η σχολή όπου έμαθα τι είναι ο υπολογιστής, μετά ήρθε ο στρατός ( ) όπου με βοήθησε να το ξεχάσω, μετά ήρθε η ΔΕΠΑ, μετά ήρθαν τα ταξιδάκια μου είς ανατολάς και τώρα ήρθε η ώρα μου να μαζέψω πάλι βαλίτσα. Αυτή την φορά το αισθάνομαι ως κάτι διαφορετικό όμως, κάτι τόσο διαφορετικό όσο και εκείνη την στιγμή όπου ξάπλα στο προαύλιο του σχολείου έκανα καθυστερημένα την ανακάλυψη της ζωής μου – την πραγματικά πρώτη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου – όντας τώρα έτοιμος να ξημερώσω την δεύτερη μέρα της υπόλοιπης ζωής μου παρέα με τις ευχές σας και την συντροφιά του ποιο γλυκού ανθρώπου στην γη.

Καλά να περνάτε …

Υ.Γ. Ο Καραγκιόζης είναι registered trademark του Ελληνικού στρατού και απαγορεύεται η άνευ αδείας χρησιμοποίηση του.

Wednesday, September 27, 2006

Λοιπόν, όπως όλοι θα έχετε καταλάβει αφού φτάσατε ως εδώ, από εδώ και πέρα θα μαθαίνετε τα νέα μου από αυτή την σελίδα. Όλα τα συγκλονιστικά γεγονότα που θα συμβούν, καθώς και όλα εκείνα τα συγκλονιστικά που συνέβησαν και θα θελήσω να σας θυμίσω, όλα θα τα βρείτε εδώ.

Τι θα έχει το μενού. Σίγουρα νέα, τα νέα μου. Πολλές φορές θα έχει και φωτογραφίες, φωτογραφίες βουτηγμένες στην ποιότητα και άλλες φορές φωτογραφίες απλές, απλά snapshots. Η διεύθυνση του site γνωστή, οι μυημένοι θα το έπιασαν κιόλας, οι υπόλοιποι ας την κάνουν απλά bookmark.

Αυτά για πρώτη φορα, θα τα ξαναπούμε με τις εντυπώσεις μου από το μακρινό Εδιμβούργο.

Καλα να περνάτε